Log in


Project: "… συνεχίζοντας τη συζήτηση…" (3)

Σήμερα δημοσιεύω μια "συζήτηση" που είχα το καλοκαίρι του 1991 με τον Uwe Grau για λιμανάκια μέσα στις σπουδές ψυχολογίας.

Uwe, εγώ σε ξέρω από άρθρα που έχεις γράψει σε συστημικά περιοδικά για θέματα όπως ο αθλητισμός, οι επιχειρήσεις, το management ή όπως συνηθίζεις εσύ να λες: «Συμβουλευτική ατόμων μέσα σε πολύπλοκα συστήματα» -αυτά είναι κάποια θραύσματα από σένα.
Πώς θα ήθελες να περιγράψεις εσύ τον εαυτό σου;

Ο επαγγελματικός μου ρόλος είναι καθηγητής παιδαγωγικής ψυχολογίας, την οποία διδάσκω στους φοιτητές του τμήματος ψυχολογίας. Αυτός είναι ο ένας μου ρόλος και ο άλλος μου ρόλος είναι αυτός του συμβούλου σε διάφορα πλαίσια -ήδη έχεις αναφέρει τα πλαίσια του αθλητισμού και των επιχειρήσεων, θα προσέθετα και το πλαίσιο των ψυχοκοινωνικών δομών. Αυτόν τον ρόλο τον έχω δημιουργήσει με τον καιρό εγώ ο ίδιος μαζί με τον συνεργάτη μου Jens Möller και έτσι έχω προχωρήσει σε δυο, ας πούμε, διαδρομές: Από τη μια πλευρά η μετάδοση των συμβατικών διδακτικών περιεχομένων της παιδαγωγικής ψυχολογίας και από την άλλη, στο πλαίσιο της συμβουλευτικής, περισσότερο αυτό που εγώ βρίσκω σημαντικό και μάλιστα πρακτικά σημαντικό. Και με τον καιρό ήρθαν και αιτήματα από τους φοιτητές: «Δεν μπορούμε να κάνουμε κι εμείς κάτι σαν αυτά που κάνετε με τους προπονητές και τους μάνατζερ στα διάφορα πλαίσια;» Έτσι λοιπόν καταλήξαμε να προσφέρω στους φοιτητές και ένα εισαγωγικό σεμινάριο στη συστημική συμβουλευτική.

Εδώ θα έπρεπε ίσως να σημειώσω ότι τα σεμινάρια αυτά γίνονται στο Κίελο, ότι εργάζεσαι στο πανεπιστήμιο του Κιέλου.
Σχετικά με αυτήν τη διπλή διαδρομή: Πώς φτάνει ένας καταξιωμένος καθηγητής παιδαγωγικής ψυχολογίας να κάνει ξαφνικά, έτσι εκτός πανεπιστημίου, στον τομέα της συμβουλευτικής τόσο εντελώς διαφορετικά πράγματα, πράγματα που εκ πρώτης όψεως δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με αυτά που κατά τα λοιπά έχεις διδάξει στα πλαίσια της παιδαγωγικής ψυχολογίας;

Έχω διπλή εκπαίδευση, παλαιότερα ήμουν δάσκαλος και είχα μεγάλη επαφή με την πράξη κι εκεί πρόσεξα σε μένα ένα έλλειμμα θεωρίας. Και μετά πήγα στο πανεπιστήμιο, έκανα σπουδές στην ψυχολογία και τώρα έχω ένα είδος περισσεύματος σε θεωρία. Δεν νιώθω άνετα μόνος μου κλεισμένος στο καβούκι μου, αλλά ποιότητα στη δουλειά μου αποτελεί για μένα το να μπορώ να βγω από αυτό το καβούκι και να πάρω ο ίδιος feedback από την πράξη. Έτσι λοιπόν βαφτίσαμε και το πρόγραμμα που ξεκινήσαμε με έναν προπονητή στον τομέα του πρωταθλητισμού ‘project πράξης-θεωρίας’, βάζοντας συνειδητά την πράξη μπροστά και τώρα, ας πούμε, προσπαθούμε να καταγράψουμε ιδέες και θεωρίες των ειδικών από την πράξη και να τις αντιπαραβάλλουμε με τις επιστημονικές θεωρίες. Στον τομέα της παιδαγωγικής ψυχολογίας αυτό γίνεται μέσα από το ερευνητικό πρόγραμμα για τις υποκειμενικές θεωρίες και θεωρείται ότι δείχνει τον δρόμο για την έρευνα της διδασκαλίας.

Αυτό για μένα είναι σημαντικό -νομίζω ότι μέχρι στιγμής συχνά οι συστημικές-κονστρουκτιβιστικές ιδέες μοιάζει μάλλον να φυτοζωούν στο περιθώριο στα γερμανικά πανεπιστήμια, έτσι μου φαίνεται. Και ρωτάω εσένα που γνωρίζεις τα πράγματα στα πανεπιστήμια καλύτερα, πώς θα περιέγραφες την κατάσταση της συστημικής-κονστρουκτιβιστικής σκέψης στον τομέα της ψυχολογίας στα πλαίσια των πανεπιστημίων;

Και για μένα στην αρχή ήταν ένα περιθωριακό φαινόμενο, μάλλον παρεμπιπτόντως έβαζα κάτι από αυτήν στα σεμινάρια και με τον καιρό και μέσα από τη ζήτηση των φοιτητών έγινε κι αυτή ένα από τα κέντρα βάρους στην παιδαγωγική ψυχολογία. Απ’ ότι ξέρω τη συστημική σκέψη και πρακτική στο πανεπιστήμιο την εκπροσωπεί ο συνάδελφός μας Schiepek στο Bamberg σε συνδυασμό με έναν συμβουλευτικό σταθμό. Στο Αμβούργο είναι απομονωμένη στο Ινστιτούτο Συστημικών Μελετών. Και στα άλλα ινστιτούτα; Πιστεύω ότι στο Göttingen και στη Χαϊδελβέργη επίκεινται αλλαγές της κατάστασης προς το χειρότερο και νομίζω ότι ο κύβος δεν έχει ριφθεί προς όφελος των συστημικών-κονστρουκτιβιστικών ιδεών.

Θα περιέγραφες λοιπόν τη δική σου κατάσταση σαν ενός παραδείσιου πουλιού μεταξύ αυτών που προσφέρουν ψυχολογική εκπαίδευση στον τομέα του πανεπιστημίου;

Δεν θα έλεγα παραδείσιο πουλί. Εγώ έχω την τύχη να έχω βρει ένα λιμανάκι όπου μπορώ να δουλεύω και μαζί με τους φοιτητές να διαμορφώνω ένα είδος ομάδας μάθησης.

Ετοιμάζεσαι να αναδιαρθρώσεις το εκπαιδευτικό σου σεμινάριο, το οποίο τρέχει εδώ και κάμποσα χρόνια. Ποιοι είναι οι στόχοι που επιδιώκεις αναδομώντας το εκπαιδευτικό σου πρόγραμμα;

Οι στόχοι, ε; Καταρχάς ξεκινάω από τον εαυτό μου. Θέλω να διαμορφώσω τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο έτσι που να έχω εγώ ο ίδιος την αίσθηση ότι είμαι αποτελεσματικός και ότι αλλάζω κάτι, παρότι συγχρόνως λόγω του συστημικού-κονστρουκτιβιστικού μου φόντου έχω συνείδηση ότι η καθοδηγητική διάδραση είναι αδύνατη. Θέλω επίσης να έχω για μένα την αίσθηση ότι καλύπτω μια θέση και ότι προσπαθώ μαζί με τους φοιτητές να επιφέρω κάτι που θα μπορούσε να είναι σημαντικό στην αξιολόγηση των σπουδών τους και στην πρόοδο των σπουδών τους καθώς και στη μετέπειτα πρακτική τους.

Να επιμείνω λίγο εδώ: Ποια θα ήταν η δική σου εκτίμηση για το ποιος κερδίζει ή ωφελείται περισσότερο από αυτήν την αναδιάρθρωση, εσύ, οι φοιτητές, οι εν δυνάμει εργοδότες των φοιτητών σου αργότερα, οι συνάδελφοί σου ή εντελώς άλλοι άνθρωποι;

Εγώ ο ίδιος: Ήταν ότι καλύτερο για το στομάχι μου. Από τότε νιώθω πολύ πιο άνετα στον ρόλο μου. Σε δεύτερη θέση σκέφτομαι τους φοιτητές που έχουν την εναλλακτική πέρα από το κυρίαρχο υπόδειγμα της ψυχολογίας να πλησιάσουν την πράξη με άλλον τρόπο και να αφεθούν σε μια, ας πούμε, γοητευτική ενασχόληση με ζητήματα της πράξης και πλέον να μη βλέπουν την πράξη από την πλευρά «εντοπισμός και επίλυση προβλημάτων», αλλά να «δημιουργούν σε συνεργασία με τους ειδικούς από την πράξη καινούριες πραγματικότητες» από τις οποίες αντλούν κέρδος και οι δυο πλευρές, και οι ψυχολόγοι και οι πελάτες, όπως τους λέμε εμείς.

Νομίζω ότι εύκολα μπορώ να φανταστώ πώς μεταδίδεται στο πανεπιστήμιο η θεωρία. Νομίζω επίσης ότι αυτό είναι εύλογο για τον κονστρουκτιβιστικό τομέα. Εσύ βάζεις το κέντρο βάρους σου στην πράξη. Πώς γίνεται αυτό συγκεκριμένα στο εκπαιδευτικό σου σεμινάριο, δηλαδή να ενσωματώνεις την πράξη στην εκπαίδευση;

Καταρχάς μου επιτρέπεις να πω ότι το σεμινάριο διαρκεί 3 εξάμηνα και ότι ξεκινάει μετά το bachelor. Στο 1ο εξάμηνο του master προβλέπονται συνολικά 3 ώρες και κρατάμε αυτό το εξάμηνο κυρίως για τη θεωρία. Όμως ήδη κάθε εβδομάδα, εκτός από τη συζήτηση κειμένων όπως του Bateson, του von Foerster, του Maturana για τη γνωσιοθεωρία, γίνεται και ένα μέρος πρακτικής όπου οι εμπειρίες των ίδιων των φοιτητών εντάσσονται σε παιχνίδια ρόλων και σε ασκήσεις. Π.χ. οι φοιτητές μπορούν να παρουσιάσουν με τη βοήθεια του οικογενειακού σανιδιού τη δομή των σχέσεων σε μια δική τους ομάδα, είτε αυτή είναι η ομάδα των συγκατοίκων τους είτε είναι η οικογένειά τους, και συγχρόνως εξασκούνται στο οικογενειακό σανίδι με τις κυκλικές ερωτήσεις.

Πώς γίνεται η πρακτική στο 2ο εξάμηνο;

Στο 2ο εξάμηνο προβλέπονται 4 ώρες, οι 2 από αυτές για βασικά κείμενα από τη θεωρία και την πρακτική της συστημικής-κονστρουκτιβιστικής συμβουλευτικής. Στο πρακτικό μέρος γίνεται μετά η εξάσκηση ορισμένων μεθόδων σε μικρές ομάδες με 8 το πολύ φοιτητές στον συμβουλευτικό σταθμό και μαζί με τα αντίστοιχα τεχνικά βοηθητικά μέσα (μονόδρομος καθρέφτης, βίντεο).

Οι πελάτες που φέρνουν εδώ τα προβλήματα είναι φοιτητές από το σεμινάριο ή άλλοι φοιτητές ή εντελώς άλλοι άνθρωποι;

Σ' αυτό το 2ο εξάμηνο πελάτες για τη συμβουλευτική είναι οι ίδιοι οι φοιτητές από τη μικρή ομάδα. Οι άλλοι φοιτητές είναι στους ρόλους του συμβούλου, του συν-συμβούλου, των παρατηρητών, των μελών της ομάδας αναστοχασμού. Πρόκειται για τον σχεδιασμό και τη διεξαγωγή συμβουλευτικών συνεδριών με τις διάφορες φάσεις τους: ξεκαθάρισμα της ανάθεσης, πλαίσιο της θεραπείας, διερεύνηση του προβλήματος, επινόηση παρεμβάσεων.
Στο 3ο εξάμηνο που ακολουθεί, το οποίο μόλις τώρα έτρεξε για πρώτη φορά, γίνεται συμβουλευτική σε φοιτητές που ξεκίνησαν το επόμενο εκπαιδευτικό σεμινάριο. Οι του 3ου εξαμήνου συμβουλεύουν εκείνους του 1ου εξαμήνου, οι οποίοι έχουν έτσι μια δυνατότητα αυτογνωσίας: Πώς είναι να σε συμβουλεύουν συστημικά. Από τις θερινές διακοπές και μετά προσφέρουμε στον συμβουλευτικό σταθμό της παιδαγωγικής ψυχολογίας και σε συνεργασία με τη γραμματεία του πανεπιστημίου και τα συνδικαλιστικά όργανα των φοιτητών τη δυνατότητα συμβουλευτικής σε φοιτητές όλων των τμημάτων με προβλήματα όπως εξεταστικό άγχος, προβλήματα σχέσεων, εργασιακά προβλήματα και παρόμοια.

Είπες ότι ένας από τους στόχους είναι να είσαι αποτελεσματικός, να αλλάξεις κάτι παρότι η θεωρία προδιαγράφει ότι είναι αδύνατο να πετύχει κάποιος κάτι στοχευμένα. Πώς είναι τα πράγματα με αυτήν την αποτελεσματικότητα; Υπάρχει κάτι σαν έλεγχος της αποτελεσματικότητας, κάποια αξιολόγηση ή κάτι παρόμοιο γι’ αυτό το σεμινάριο και πώς γίνεται αυτό;

Έλεγχος αποτελεσματικότητας με τη στάνταρ έννοια νομίζω δεν έχει γίνει ακόμα και το ερώτημα είναι: Μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο από την άποψη της θεωρίας; Αυτό που κάναμε εμείς είναι ότι μετά το 1ο εξάμηνο ζητάμε ένα είδος αναφοράς στο ημίχρονο και ρωτάμε π.χ.: Πώς θα εξηγούσες σε έναν ανίδεο τη συστημική-κοντρουκτιβιστική πρακτική, τοποθετήσεις για κατάλληλα και ακατάλληλα κατά τη γνώμη των φοιτητών κείμενα. Επίσης, κάθε φορά στο τέλος κάθε εξαμήνου κάνουμε μια ομαδική συζήτηση με την τεχνική του ενυδρείου, όπου στο κέντρο ένας πυρήνας από φοιτητές συζητάει για τα ερωτήματα που τους συγκίνησαν. Μόλις τώρα θυμάμαι μια παρατήρηση από τη συζήτηση στο τέλος του θερινού εξαμήνου: Κάποιοι φοιτητές είχαν την αίσθηση ότι στην αρχή μιας συνεδρίας του σεμιναρίου μάλλον δεν είναι ακόμα καθορισμένο τι θα βγει στο τέλος και ότι για τους ίδιους ήταν σημαντικό να συμβάλλουν σε αυτό και ότι η γνώμη τους μετράει. Αυτό μοιάζει να είναι κάτι το ασυνήθιστο για ένα ακαδημαϊκό μάθημα. Στο τέλος του τελευταίου σεμιναρίου μοιράσαμε και ερωτηματολόγια για feedback και επιπλέον θέσαμε και την ανάθεση: «Ένας/μια φίλος/η σου σκέφτεται αν θα πάρει μέρος στο εκπαιδευτικό σεμινάριο στην παιδαγωγική ψυχολογία και σε ρωτάει ποιες εμπειρίες έχεις κάνει εσύ. Τι θα του/της απαντούσες;» Εκεί υπήρξαν ένα σωρό ενδιαφέροντα γράμματα, τα οποία διαβάσαμε στους «καινούριους» του επόμενου σεμιναρίου. Και ναι, υπάρχουν κι άλλοι έλεγχοι αποτελεσματικότητας -σκέφτομαι ένας είναι ότι οι φοιτητές με ρωτάνε κι εμένα μετά το τέλος των 3 εξαμήνων του σεμιναρίου: Πώς θα συνεχίσουμε;

Αν ρωτούσα τώρα ένα τυχαίο δείγμα φοιτητών πώς πέρασαν αυτά τα 3 εξάμηνα, πώς το εκτιμούν, ποια είναι η ιδέα σου, τι θα μου απαντούσαν;

Σκέφτομαι ότι οι απαντήσεις θα είναι διαφορετικές.

Τι εύρος θα έδινες στις απαντήσεις;

Από την ανασφάλεια -ποια είναι τώρα η σωστή μέθοδος;- και ίσως την ανάγκη να διαβάσουν κι’ άλλο για να είναι πιο σίγουροι μέχρι την υπόθεση της ανασφάλειας ως μιας δυνατότητας να αντιμετωπίζουν όλες τις εν δυνάμει καταστάσεις δημιουργικά και την εμπειρία ότι είμαστε πάντα υπεύθυνοι για τις ανακατασκευές που κάνουμε μαζί με τους πελάτες και ότι δεν μπορούμε να επικαλεστούμε οποιαδήποτε τεχνική, κάποια στάνταρ παρέμβαση.

Αν το συνεχίσω και δεν ρωτούσα τους φοιτητές σου, αλλά τους συναδέλφους σου τι κάνει εκεί ο συνάδελφος Grau, τι θα μου απαντούσαν;

Σκέφτομαι ότι θα μπορούσαν βασικά να σου δώσουν μόνον πολύ περιληπτικές απαντήσεις. Μάλλον δουλεύω ακόμα κάτω από το πάπλωμα.

Εννοείς ότι ακόμα δεν έχουν πάρει καν είδηση ότι έχεις δημιουργήσει εδώ ένα λιμανάκι ή πώς να το πάρω αυτό;

Ξέρουν βέβαια ότι δουλεύω με ένα άλλο υπόδειγμα, όμως σκέφτομαι ότι προς το παρόν η κατάσταση είναι μάλλον ακόμα τέτοια που ενώ όσοι δουλεύουν με το συστημικό-κονστρουκτιβιστικό υπόδειγμα γνωρίζουν τις κεντρικές θέσεις του συνηθισμένου στην ψυχολογία υποδείγματος, το αντίστροφο δεν συμβαίνει. Το συστημικό-κονστρουκτιβιστικό υπόδειγμα είναι στην πράξη για τους περισσότερους ακόμα terra incognita.

Σκέφτεσαι καθόλου ότι το παράδειγμά σου να διαμορφώσεις εκπαιδευτικά προγράμματα στα πανεπιστήμια, εκπαιδευτικά προγράμματα στην ψυχολογία σύμφωνα με αυτό το διαφορετικό υπόδειγμα, θα μπορούσε να δημιουργήσει σχολή;

Λοιπόν στα πλαίσια ενός συμποσίου με αθλητικούς ψυχολόγους στη Ζυρίχη παρουσίασα το μοντέλο μας και εκεί ήταν και αρκετοί φοιτητές ψυχολογίας οι οποίοι μετά είπαν: «Βασικά θα θέλαμε να πάρουμε μεταγραφή στο Κίελο για να κάνουμε κάτι τέτοιο». Σκέφτομαι ότι από την πλευρά των φοιτητών μάλλον θα υπήρχε ζήτηση, όμως θα αποτελούσε μια αμφισβήτηση του στάνταρ κύκλου μαθημάτων της ψυχολογίας.

Για να προχωρήσουμε αυτήν την ακροβασία ακόμα περισσότερο: ποια συμβουλή θα έδινες σε συναδέλφους που τώρα αναπτύσσουν την ιδέα ότι κι αυτοί θα ήθελαν να το αλλάξουν αυτό στα εκπαιδευτικά τους προγράμματα. Ποια συμβουλή θα τους έδινες;

Βασικά δεν θα μπορούσα να δώσω καμία συμβουλή παρά μόνο να παραπέμψω στις δικές μου εμπειρίες και οι εμπειρίες μου είναι: Να αρχίσεις μάλλον σε μικρή κλίμακα και σε στενή επαφή με τους πελάτες -και αυτοί στην περίπτωσή μου είναι οι φοιτητές- και βήμα-βήμα να αναπτύξεις κάτι και να προσπαθήσεις όσο μπορείς να βρεις ένα λιμανάκι.

Θα ήθελα να επιστρέψουμε σε ένα άλλο σημείο που αφορά πάλι στη θεωρία. Πριν ανέφερες ότι υπάρχουν συνάφειες ανάμεσα στις συστημικές-κονστρουκτιβιστικές προσεγγίσεις και στο ερευνητικό πρόγραμμα για τις υποκειμενικές θεωρίες. Και θα ήθελα να σε παρακαλέσω αν μπορούσες να το αναπτύξεις αυτό κάπως περισσότερο, πού βλέπεις ομοιότητες ή διαφορές, συνάφειες, διαδικτυώσεις.

Θα προσπαθήσω λίγο να παραγάγω κάποιες παράλληλες γραμμές, πράγμα για το οποίο αυτήν την περίοδο μιλάω και στις βασικές παραδόσεις μου στην παιδαγωγική ψυχολογία. Ενώ παλαιότερα η έρευνα της διδασκαλίας στόχευε να απεικονίσει με διάφορα εργαλεία τις δομές της διδασκαλίας όσο γινόταν πιο αντικειμενικά, δηλαδή να αποκλείσει τις ενοχλητικές μεταβλητές, τώρα οι ερευνητές της διδασκαλίας, όπως π.χ. ο Diethelm Wahl και η Angelika Wagner, προσπαθούν να κάνουν αντικείμενο της έρευνάς τους ειδικά αυτές τις «ενοχλητικές μεταβλητές», δηλαδή να ρωτάνε με την τεχνική της ‘εκ των υστέρων σκέψης φωναχτά’ τους δασκάλους μετά το μάθημα που έχει βιντεοσκοπηθεί: «Τι περνούσε εκείνη την ώρα από το μυαλό σου;» έτσι ώστε να ανακατασκευάσουν μαζί με τους δασκάλους την κατάσταση. Και σκέφτομαι ότι παρόμοια πράγματα κάνουμε κι εμείς στη συστημική συμβουλευτική όταν ανακατασκευάζουμε με τέτοιον τρόπο μαζί με τον πελάτη κάποια συμβάντα που βρίσκονται στο παρελθόν και τα οποία βάζει ο πελάτης στο τραπέζι επειδή τα έχει μέσα στο μυαλό του και αναζητούμε δυνατότητες να αφηγηθούμε διαφορετικά την ιστορία που ο πελάτης αντιλαμβάνεται ως προβληματική έτσι ώστε αυτή να οδηγεί σε διαφορετική συνέχεια.

Έχεις δηλαδή την ιδέα ότι αυτό που συμβαίνει κάτω από τον χαρακτηρισμό ερευνητικό πρόγραμμα για τις υποκειμενικές θεωρίες στα πανεπιστήμια διάγει μια παρόμοια ύπαρξη, φυτοζωεί, … δεν ξέρω πώς να το πω- όπως οι συστημικές-κονστρουκτιβιστικές προσεγγίσεις ή υπάρχουν κατά την άποψή σου διαφορές;

Νομίζω ότι η μοίρα τους είναι μέχρι στιγμής παρόμοια.

Ένα άλλο σημείο που με ενδιαφέρει πολύ είναι ότι η συστημική-κονστρουκτιβιστική σκέψη είναι στα πλαίσια της ψυχολογίας πολύ στενά συνδεδεμένη με τον τομέα της κλινικής ψυχολογίας. Αυτό για το οποίο μόλις τώρα μιλούσες, η συμβουλευτική που κάνεις στον αθλητισμό, στις επιχειρήσεις, στον τομέα του μάνατζμεντ, στοχεύει βέβαια πολύ πιο έντονα στον μη κλινικό τομέα. Θα μπορούσες να περιγράψεις τις διαφορές ανάμεσα στην εφαρμογή των συστημικών-κονστρουκτιβιστικών ιδεών στον κλινικό και στον μη κλινικό τομέα;

Για τις διαφορές: Πιστεύω ότι το πρώτο κείμενο που διαβάσαμε με τους φοιτητές ήταν ένα κείμενο της Selvini για τη δουλειά με ανορεκτικούς και το ενέταξα μάλιστα στο κλινικό πλαίσιο. Και μετά ο πρώτος μας πελάτης για συμβουλευτική ήταν ένας προπονητής από την εθνική ομάδα χάντμπολ. Αυτός μας έδειξε ότι οι τεχνικές αλλά και τα σχέδια μπορούν να μεταφερθούν και σε μη κλινικό πλαίσιο. Και στη συνέχεια μετά από διάφορους προπονητές σε επίπεδο πρωταθλητισμού ήρθαν και μάνατζερ και ηγετικά στελέχη επιχειρήσεων, τα οποία όριζαν τον εαυτό τους και ως προπονητή στο τμήμα τους. Δεν είδαμε καμία δυσκολία στο να μεταφέρουμε από τη σκοπιά των αποθεμάτων και των ικανοτήτων τη στάση και τις τεχνικές από τον αρχικό τομέα της οικογενειακής θεραπείας στο μη κλινικό πλαίσιο. Τότε ανέφερα τις εμπειρίες μας από το πλαίσιο του πρωταθλητισμού και σε συναδέλφους που εργάζονταν κλινικά και βασικά βρήκα προσεκτικούς ακροατές, οι οποίοι μετά με τη σειρά τους μετέφεραν τις δικές μας εμπειρίες πίσω στον δικό τους τομέα, οπότε αναρωτιέμαι: Υπάρχουν βασικά θεμελιώδεις διαφορές ή μήπως είναι ένας μάλλον τεχνητός διαχωρισμός και μήπως θα έπρεπε -έτσι όπως ορίζουμε έναν αθλητή ή έναν προπονητή που προετοιμάζεται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως ειδικό στον τομέα της εργασίας και των επιδόσεών του- να ορίσουμε εξίσου και έναν «ασθενή» ως ειδικό ειδικά για το πρόβλημά του, για τις δυνατότητές του να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Οι διαφορές, το κλινικό πλαίσιο και το μη κλινικό πλαίσιο είναι κατασκευασμένα από παρατηρητές. Και θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε πόσο ωφέλιμο είναι ακόμα το να συνεχίσουμε να κατασκευάζουμε τις διαφορές αυτές.

Σε λίγο καιρό αρχίζει ο 2ος κύκλος των 3 εξαμήνων του εκπαιδευτικού σεμιναρίου. Αν συναντηθούμε σε 1 ½ χρόνο, μετά από τα 3 αυτά εξάμηνα και σε ρωτήσω: Πώς εκτιμάς τώρα την αποτελεσματικότητα αυτού του σεμιναρίου; Ποια είναι η ιδέα σου, τι θα μου απαντούσες τότε;

Με ρωτάς να συγκρίνω με το σεμινάριο που μόλις τελείωσε;

Σε ρωτάω να συγκρίνεις τον χρόνο που θα έχει περάσει από σήμερα μέχρι τότε. Να το ρωτήσω αλλιώς: Αν τελειώνοντας το επόμενο σεμινάριο σε ρωτούσα για την αποτελεσματικότητα, για τις αλλαγές: Ποιες διαφορές θα μου περιέγραφες ανάμεσα στο σεμινάριο που τελείωσε μόλις τώρα και στο σεμινάριο που θα τελειώνει τότε;

Λοιπόν ελπίζω ότι αφενός θα μπορούσα να περιγράψω ότι από την πλευρά του σχεδίου βάλαμε πιο έντονα τη δική μας θεωρία και δεν προσφέραμε τόσο πολύ κατασκευές από τις διάφορες συστημικές σχολές συγκρίνοντάς τες μεταξύ τους, αλλά ότι θα έχουμε μεταδώσει στους φοιτητές το δικό μας μοντέλο συμβουλευτικής του Κιέλου. Και μετά ελπίζω για μένα ότι θα συνεχίσει να υπάρχει -μιας και πλέον θα το έχω ήδη διεξάγει για 2η φορά- ότι σε μένα θα υπάρχει περιέργεια για το 3ο σεμινάριο που θα ακολουθεί.

Προσπαθείς δηλαδή να διδάξεις πιο έντονα το μοντέλο του Κιέλου. Σημαίνει αυτό ότι τώρα θα στραφείς και πιο εντατικά στη θεωρητική επεξεργασία αυτού που κάνετε εδώ πρακτικά;

Νομίζω ότι αφενός ναι, δηλαδή θέλουμε να μετεξελίξουμε λίγο το μοντέλο συμβουλευτικής του Κιέλου και αφετέρου πιστεύω ότι αν αναφερόμαστε πιο έντονα στο δικό μας σχέδιο θα εξοπλίζω πιο καλά τους φοιτητές για τη μετέπειτα πρακτική τους στο μη κλινικό πλαίσιο από ότι θα έκανα αν στο σεμινάριο σε μια συνεδρία τους έλεγα κάτι για την ομάδα της Χαϊδελβέργης, μετά για τη σχολή του Μιλάνου, για τις μετεξελίξεις της και έκανα περισσότερο συγκρίσεις.

Υπάρχει βέβαια στο πανεπιστήμιο αυτή η υπόθεση ότι είναι οπωσδήποτε αναγκαίο να γράφεις και να δημοσιεύσεις. Και αυτό σημαίνει βεβαίως ότι κάτι δουλεύεις, ότι ερευνάς. Ποια είναι λοιπόν τα θέματα, οι τομείς που θα σε ενδιαφέρουν μελλοντικά ιδιαίτερα από τη σκοπιά της έρευνας πάνω στη συστημική-κονστρουκτιβιστική θεώρηση.

Αφενός είναι -και αυτήν τη στιγμή τρέχουν πολλές διπλωματικές εργασίες- η χρήση ενός εργαλείου που ανέπτυξαν οι συνάδελφοι στο Αμβούργο, το οικογενειακό σανίδι, το οποίο εγώ -ας το πούμε κι αυτό- προτιμώ περισσότερο να ονομάζω σχεσιακό σανίδι. Στις ΗΠΑ το ονομάσαμε «constructing relations board», στο οποίο ομάδες ή και μεμονωμένα άτομα «προβάλλουν» τις σχέσεις που έχουν το μυαλό τους πάνω σ’ αυτήν την επιφάνεια. Τώρα π.χ. τρέχει μια διπλωματική εργασία με γονείς που έχουν ένα ανάπηρο παιδί και σκέφτονται να κάνουν ένα παιδί ακόμα.
Ή μια άλλη δουλειά για την ανακατασκευή του κοινωνικού κλίματος σε ένα κρατητήριο προφυλάκισης για εφήβους. Αυτό είναι το ένα και αφετέρου αυτό που με ενδιαφέρει είναι να ζητάω από τους συμμετέχοντες να ανακατασκευάζουν από διαφορετική χρονική απόσταση με βάση βιντεοσκοπήσεις και με την τεχνική της ‘εκ των υστέρων σκέψης φωναχτά’ κάποιες συνεδρίες συμβουλευτικής στις οποίες έχουν συμμετάσχει εκτός από τους ίδιους τους πελάτες και οι σύμβουλοι, οι συν-σύμβουλοι και η ομάδα αναστοχασμού. Τι είχαν τότε τα διάφορα πρόσωπα στο μυαλό τους, ποια σχέση έχει αυτό με το σημερινό παρόν τους. Η ιδέα είναι να ανακατασκευάζουμε συνεδρίες συμβουλευτικής από διαφορετικές οπτικές, από την οπτική του πελάτη, του συμβούλου, του συν-συμβούλου, της ομάδας αναστοχασμού και ίσως και κάποιου αμέτοχου, δηλαδή ενός εκτός ευρισκόμενου παρατηρητή και να εξετάζουμε ποιες είναι οι διαφορές που κάνουν τη διαφορά.

Μόλις θυμήθηκα ότι και για μένα έχει γίνει αυτονόητο εδώ και πολύν καιρό να μη μιλάω πλέον για ασθενείς, αλλά για πελάτες. Δεν σου ζήτησα καθόλου να εξειδικεύσεις για ποιον λόγο θεωρείς τους πελάτες σου ειδικούς και επαΐοντες και τους ονομάζεις πελάτες. Απλά ήθελα να αναφερθώ και λίγο σ’ αυτό το σημείο.
Θα ήθελα να αναφερθώ ξανά στην ιδιαιτερότητα αυτού για το οποίο μιλήσαμε. Η ιδιαιτερότητα συνίσταται για μένα ακριβώς στο ότι υλοποιείς συστημικές-κονστρουκτιβιστικές προσεγγίσεις στα πλαίσια μιας καθόλα παραδοσιακής εκπαίδευσης στα πλαίσια ενός master, στα πλαίσια των διατάξεων για τις αναγνωρισμένες σπουδές. Αυτό το κάνεις εδώ σε αυτό το μη κλινικό πλαίσιο. Πώς είναι τώρα η αντήχηση από τον τομέα της παιδαγωγικής ψυχολογίας σε σχέση με άλλα ακαδημαϊκά ιδρύματα, είτε αυτά είναι πανεπιστήμια, είτε είναι ανώτατες παιδαγωγικές σχολές είτε είναι ΤΕΙ. Ξέρεις κάτι επ’ αυτού;

Λοιπόν, κοιτάζοντας γύρω μου, βασικά όχι.

© 2014 Συστημικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης