Log in


Project: "... συνεχίζοντας τη συζήτηση" (5)

 

Σήμερα (Ιούνιος 2017) δημοσιεύω μια συζήτηση που είχα με τη Harlene Anderson όταν τη γνώρισα στα πλαίσια ενός μικρού εργαστηρίου το καλοκαίρι του 1992 (πριν από 25 ολόκληρα χρόνια). Στην παρέα που κουβέντιαζε μαζί της συμμετείχαμε συνολικά 6 άτομα και μεταφέρω τις ερωτήσεις που της κάναμε όλοι οι συνάδελφοι σαν να τις έκανε ένα πρόσωπο.

 

Έχω τρεις ερωτήσεις: 1. Ποια είναι κατά τη γνώμη σου η κληρονομιά του Harold Goolishian για το πεδίο της οικογενειακής θεραπείας; 2. Θα ονόμαζες τον δικό σας τρόπο θεραπείας ακόμα συστημική θεραπεία; 3. Τι πιστεύεις, προς ποιαν κατεύθυνση θα εξελιχθεί το πεδίο της οικογενειακής θεραπείας στο μέλλον;

Καλύτερα να σας πω πρώτα πώς βλέπω τη θέση του Harry στο πεδίο της οικογενειακής θεραπείας. Ποτέ δεν ήταν main-stream τύπος, στεκόταν περισσότερο στο περιθώριο -κάποιοι άνθρωποι μάλιστα θα έλεγαν πως ενίοτε έβγαινε και έξω από το περιθώριο υπονοώντας κάποιες από τις ιδέες του και τομείς της δουλειάς του. Εγώ η ίδια είμαι προκατειλημμένη και θα έλεγα ότι ήταν ακριβώς πάνω στην κόψη του περιθωρίου: πιέζοντας πάντα προς τα εμπρός, πολύ απαιτητικός και προκλητικός. Έθετε στον εαυτό του πολλά ερωτήματα για το status quo της ψυχοθεραπείας και της οικογενειακής θεραπείας και παρακινούσε και ωθούσε τους άλλους να σκέφτονται. Ο ρόλος του ήταν πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερος, αλλά και δύσκολος να τον κατανοήσεις: δεν ήταν κάτι σαν γκουρού, είχε όμως οπαδούς. Μικρές ομάδες ανθρώπων που τους άρεσε να είναι μαζί του, που έβρισκαν ότι οι ιδέες του είχαν ένταση.

Μετά τον θάνατό του λάβαμε βουνά από γράμματα και κάρτες από ανθρώπους που τον ήξεραν πολύ καλά και είχαν συνεργαστεί μαζί του, αλλά και από ανθρώπους που ίσως τον είχαν βιώσει μόνο μια φορά κάποτε για μια ώρα. Όλοι έγραφαν για τη βαθιά επιρροή που είχε επάνω τους, π.χ. για το πώς τους ερέθιζε για σκέψη με τις προκλητικές του θέσεις ή ερωτήσεις ή για το πώς ακόμα και σύντομες συζητήσεις μαζί του τους άφηναν με καινούριες σκέψεις και ιδέες. Ήταν γοητευτικό πώς μπορούσε με μια ερώτηση, με μια φράση ή με μια ιδέα να συμβάλει σε κάτι καινούριο. Όχι ότι είχε ΤΗΝ ερώτηση ή ΤΗΝ απάντηση. Κάτι άνοιγε όμως για τους ανθρώπους … Αυτό ήταν που έβγαινε πιο καθαρά από όλα από τα γράμματα αυτά. Σκέφτομαι ότι στο πεδίο της οικογενειακής θεραπείας δεν θα υπάρξει κανείς που θα είναι σαν τον Harry.

Για τη 2η ερώτηση: Δεν θα ονόμαζα πλέον τη δουλειά μας συστημική. Ούτε και το κάναμε αυτό πλέον το τελευταίο διάστημα, εδώ και 5 περίπου χρόνια ή και από το συνέδριο στο Sulitjelma της Νορβηγίας και μετά. Στο πεδίο της οικογενειακής θεραπείας τα «συστήματα» ή και το «συστημικό» έχουν μεν αρκετά πολλές σημασίες, αλλά σε γενικές γραμμές με αυτό συνδέουμε τελικά την κυβερνητική και την κυβερνητική σκέψη και με την πιο ευρεία έννοια -τουλάχιστον έτσι ήταν για μεγάλο διάστημα, έστω κι αν αυτό τώρα αλλάζει- το στυλ θεραπείας του Μιλάνου. Εκτός αυτού σήμερα ονομάζει σχεδόν ο καθένας τη δουλειά του συστημική και ούτως ή άλλως πρέπει να ρωτάμε τι ακριβώς εννοεί με αυτό. Από τότε που σκεφτόμαστε περισσότερο με όρους γλωσσικών συστημάτων, αφηγήσεων και διαλόγου μοιάζει να μην αρκούν πλέον οι παλιές έννοιες. Χρειαζόμαστε καινούριες λέξεις και περιγραφές γι’ αυτό που κάνουμε και γι’ αυτό για το οποίο μιλάμε. Όχι μόνο για μας, αλλά και για να δώσουμε στους συναδέλφους τη δυνατότητα να συγκρίνουν την προσέγγισή μας με άλλες, να κάνουν διακρίσεις κλπ. Φυσικά με ενδιαφέρει και με ποιον μιλάω -ενίοτε χρησιμοποιώ τελικά ακόμα τους όρους σύστημα ή συστημικό.

Έχετε ένα καινούριο όνομα για την προσέγγισή σας;

Όχι, αλλάζαμε κάθε τόσο το όνομα. Στην αρχή μιλούσαμε για «συστήματα που ορίζουν το πρόβλημα, συστήματα που καθορίζονται από το πρόβλημα», μετά απλά για «συστήματα γύρω από το πρόβλημα», μετά για «γλωσσικά συστήματα» και τα τελευταία χρόνια για «collaborative language systems». Ο όρος αυτός συμφωνεί πιο πολύ με τη σκέψη μας και είναι και μια απάντηση στις παραινέσεις συναδέλφων που μας ρωτούσαν γιατί εστιάζουμε στα προβλήματα και όχι στις λύσεις. Μας παρέπεμπαν στην εστιασμένη στη λύση προσέγγιση του Steve de Shazer και της Insoo Berg, οι οποίοι λένε ότι είναι πιο απελευθερωτικό να ασχολούμαστε με τις λύσεις, ενώ η επικέντρωση στα προβλήματα είναι περισσότερο στενάχωρη και περιοριστική. Τότε σκεφτήκαμε: «Πράγματι, δεν είναι η πρόθεσή μας να επικεντρωνόμαστε στα προβλήματα, όμως φαίνεται ότι οι άλλοι έτσι σκέφτονται για μας» κι έτσι αναζητήσαμε άλλες δυνατότητες για να περιγράψουμε τη δουλειά μας και να μιλάμε γι’ αυτήν. Και αργότερα, όταν πολλοί άνθρωποι άρχισαν να μιλάνε για τη θεραπευτική συζήτηση και για τη χρήση της γλώσσας, αναρωτηθήκαμε ξανά τι ακριβώς κάνουμε, τι ακριβώς κάνουμε εμείς τελικά και πού είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές με άλλες προσεγγίσεις. Η λέξη που μας ερχόταν τότε πιο συχνά από όλες στο νου και που μας άρεσε περισσότερο από όλες ήταν το «collaborative»: Η θεραπεία ως μια από κοινού προσπάθεια (collaborative endeavor). Όταν πήγα για πρώτη φορά στο Marburg μιλούσαμε για τις λέξεις και για τη σημασία τους και κάποιος με ρώτησε γιατί χρησιμοποιούμε τον όρο «collaborative» και όχι «cooperative». Εξήγησα τότε ότι οι έννοιες αυτές έχουν διαφορετική σημασία στο πεδίο της ψυχοθεραπείας στις ΗΠΑ. Το «cooperation» υποδηλώνει ότι προσπαθώ να καταφέρω κάποιον να συνεργαστεί μαζί μου, δηλαδή να κάνει ή να πει αυτό που περιμένω εγώ από αυτόν. Το «cooperative» δηλαδή χρησιμοποιείται σχεδόν με την έννοια του υποτακτικού («compliant»). Ρωτάμε αν ο πελάτης είναι «compliant» ή «non-compliant». Τον γνωρίζετε αυτόν τον όρο εδώ;

Εδώ ρίχνουμε πολλά χρήματα στην έρευνα για το compliance!

Σύμφωνα με το σύνθημα: πώς μπορούμε να καταφέρουμε τους ασθενείς να κάνουν ευτυχισμένους τους γιατρούς;! Λοιπόν το «collaboration» μας φάνηκε ότι είναι ένας κατάλληλος όρος και γι’ αυτό το κρατήσαμε. Ωστόσο έχω ήδη ακούσει ότι οι έννοιες αυτές έχουν μιαν εντελώς διαφορετική σημασία στα γερμανικά και ότι υποδηλώνουν κάτι εντελώς διαφορετικό [το collaboration ως έννοια παραπέμπει στην Ευρώπη στους συνεργάτες των Ναζί, αυτούς που στην Ελλάδα συνηθίζουμε να ονομάζουμε δοσίλογους].

Δηλαδή δεν έχετε κάποιο ιδιαίτερο όνομα για τη θεραπεία σας; Π.χ. όταν δημοσιεύετε κάτι;

Συνήθως λέω “Collaborative Language Systems Approach” ή “Collaborative Language Systems Therapy”. Δεν έχω κάποιο άλλο όνομα.

Ας επιστρέψουμε ξανά στις συζητήσεις για τα συστήματα γύρω από ένα πρόβλημα και τις λύσεις. Εμένα μου φαίνεται κάποιες φορές σαν να ήταν οι άνθρωποι πολύ αλυσοδεμένοι από τη σημασία των λέξεων ή των εννοιών. Το αν τώρα είναι προβλήματα ή λύσεις … -εγώ θα μπορούσα και να πω: ένα «σύστημα που οργανώνει και διαλύει το Χ» αντί να πω ένα «σύστημα που οργανώνει και διαλύει ένα πρόβλημα», ή θα μπορούσα να πω: ένα «σύστημα που οργανώνει λύσεις». Δεν είναι αυτό απλώς ένα παιχνίδι με τις λέξεις ή ακόμα και ένας πόλεμος λέξεων;

Ναι, μας ενδιαφέρει βέβαια ποια σημασία αποδίδουν οι άνθρωποι σε ορισμένες έννοιες και τι σημαίνουν αυτές γι’ αυτούς. Άλλωστε ξέχασα εντελώς να αναφέρω ότι για κάποιο διάστημα χρησιμοποιούσαμε τον όρο «σύστημα που οργανώνει και διαλύει το πρόβλημα». Πάντως δεν πιστεύω ότι είναι πόλεμος λέξεων -δεν θα το εξέφραζα τόσο σκληρά. Είναι όμως όντως πολύ ενδιαφέρον το πώς κάποιες έννοιες αποκτούν μιαν ορισμένη σημασία μέσα στο πεδίο της οικογενειακής θεραπείας και μετά έχουν την τάση να κολλάνε.

Τι γίνεται όταν μια λέξη «βοηθάει» να διχαστεί το πεδίο, να διασπαστεί τρόπον τινά σε δυο στρατόπεδα; Δεν παίρνουμε τότε τις λέξεις υπερβολικά στα σοβαρά;

Αυτό το πιστεύω κι εγώ. Ιδίως όταν οι λέξεις γίνονται ετικέτες και άρα άκαμπτες, σταθερές και απαράλλαχτες.

Το πώς θα μπορούσε να μετεξελιχτεί το πεδίο είναι μια πολύ ανοιχτή ερώτηση. Υπάρχουν στο πεδίο της οικογενειακής θεραπείας και της ψυχοθεραπείας εν γένει άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τη γλώσσα και την αφήγηση. Είναι όμως, πιστεύω, μειοψηφία. Το αν οι ιδέες αυτές θα γίνουν πιο χρήσιμες για άλλους, το αν θα γίνουν πιο αποδεκτές ή πιο δημοφιλείς αυτό δεν το ξέρω, επειδή για κάποιους ανθρώπους αυτό είναι τόσο πολύ άλλο, είναι τόσο διαφορετικό, που θα μπορούσε να είναι πολύ συνταρακτικό. Πολλές θεμελιώδεις παραδοχές πάνω στις οποίες έχουμε χτίσει το έργο της ζωής μας κλονίζονται.

Ποιες π.χ.;

Η «θεραπευτική εξειδίκευση», η «θεραπευτική γνώση», η «μετα-θέση», η «αντικειμενικότητα», η «διάγνωση», η «παθολογία», η «θεραπεία», η «ίαση».

Οι ιδέες αυτές είναι πολύ ελκυστικές για μένα, υπάρχει όμως ένα «αλλά». Αυτό το «αλλά» αφορά το πώς «πουλάμε» τις ιδέες αυτές. Τα πρόσωπα που πληρώνουν με κάποιον τρόπο αυτό που κάνουμε -είτε για έρευνα είτε για θεραπεία- δεν θα έδιναν χρήματα για να εκπαιδευτούμε ως «μη-ειδικοί» πληρώνοντας πολλά χρήματα και εξασκώντας το αργότερα. Θα ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα αν πηγαίναμε π.χ. στα ασφαλιστικά ταμεία ή στους πολιτικούς για να μας δώσουν χρήματα γι’ αυτό που κάνουμε.

Πρέπει να είμαστε σε θέση να μιλήσουμε, ας πούμε, τη γλώσσα των χρηματοδοτών -είτε αυτοί είναι ένας κρατικός φορέας, είτε κάποιο ίδρυμα είτε κάποιο ασφαλιστικό ταμείο, πρέπει να βρούμε κάποιον δρόμο να μπούμε στη συζήτηση μαζί τους. Σκέφτομαι τα δικά μας ερευνητικά προγράμματα, τα οποία τα ξεκινήσαμε χωρίς χρήματα και πώς σκεφτόμασταν για το πώς θα μπορούσαμε να πάρουμε οικονομική υποστήριξη. Καταλάβαμε ότι έπρεπε να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να συγκεντρώσουμε βασικά στοιχεία.

Π.χ. έχει διαισθητικά νόημα για μας και παίρνουμε και feedback από την υπηρεσία παιδικής προστασίας που μας στέλνει πελάτες, ότι εκτιμούν πολύ τη δουλειά μας, ότι τους αρέσει που συμπεριλαμβάνουμε τους φροντιστές που εμπλέκονται κάθε φορά στο περιστατικό και επικοινωνούμε μαζί τους. Έχουν την αίσθηση, κι εμείς το ίδιο, ότι στο ινστιτούτο βλέπουμε περισσότερους από τους καταδικασμένους πελάτες που δεν έρχονται μόνο για την πρώτη συνεδρία, αλλά συνεχίζουν τη θεραπεία μέχρι του σημείου που μπορούμε να κάνουμε μια κοινά αποδεκτή συμφωνία για τον τερματισμό της θεραπείας και ότι το δικαστήριο το αποδέχεται αυτό στη συνέχεια. Δεν υπάρχει όμως για μας κάποιος τρόπος να το καταγράψουμε αυτό ή να μιλήσουμε γι’ αυτό και σίγουρα δεν θα πηγαίναμε σε έναν δικαστή για να τον κάνουμε να μιλήσει και σε άλλους δικαστές για να πάρουμε περισσότερα χρήματα σύμφωνα με το σύνθημα «ξέρουμε ότι η ‘μη-γνώση’ φέρνει περισσότερους ανθρώπους κοντά μας». Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε μερικά βήματα πίσω και να αρχίσουμε να συγκεντρώνουμε βασικές πληροφορίες για να μπορέσουμε να περιγράψουμε μια πιλοτική μελέτη που θα φανεί σε άλλους ανθρώπους ότι έχει νόημα και που θα μας επιτρέψει να μπορέσουμε να διερευνήσουμε κάτι.

Ναι, συμφωνώ μαζί σου: Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε με τους συναδέλφους μας. Κι εμένα διαρκώς με προκαλούν και με επικρίνουν όταν μιλάω για τη «μοιρασμένη εξειδίκευση», όταν λέω ότι δεν είμαι «ειδική για τα περιεχόμενα» ή όταν παίρνω μια «στάση του μη γνωρίζοντος». Πιστεύω ότι πολλοί άνθρωποι βλέπουν στη στάση αυτήν αμέσως μια θέση «είτε/είτε» ή τον έναν πόλο ενός συνεχούς εναντίον του άλλου πόλου -δημιουργεί πολώσεις ή εσφαλμένες διχοτομίες που δεν είναι στις προθέσεις μου. Εγώ η ίδια σκέφτομαι το τελευταίο διάστημα πώς μπορώ να μιλάω για τη δουλειά μου έτσι ώστε να μένουν πιο πολλές πόρτες ανοιχτές για μια ανταλλαγή.

Π.χ. βλέπω στο σεμινάριό μας τις δυο τελευταίες μέρες -οι άνθρωποι ήταν απλά υπέροχοι: με ενδιαφέρον, ανοιχτοί, με πολλές καλές ερωτήσεις. Αναρωτήθηκα πώς γίνεται αυτό και σκέφτομαι ότι έχουν δουλέψει με τον εαυτό τους και έχουν παραγάγει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να μαθαίνουν καλά, να είναι περίεργοι και να ενδιαφέρονται. Δεν ήμουν τόσο πολύ εγώ που έβαλα σε κίνηση αυτήν τη διαδικασία στην ομάδα, πρέπει ήδη από πριν να έχουν γίνει κάποια πράγματα με τμήματα της ομάδας. Υποθέτω ότι μάλλον από πριν πρέπει να έχετε κάνει ήδη κάποια πράγματα παρά ότι τα εισήγαγα εγώ.

Κάποιες φορές έχω ένα πρόβλημα με συναδέλφους που λένε ότι η «στάση» ή η «θέση της μη-γνώσης» είναι υπεροπτική -είτε επειδή δεν παίρνει στα σοβαρά το αίτημα των πελατών να μιλήσουν με κάποιον ειδικό είτε επειδή ο θεραπευτής έχοντας βγάλει την εξειδίκευσή του σαν τα παλιά του παπούτσια τα δίνει τώρα στον πελάτη.

Πάνω σ’ αυτά σκέφτομαι περισσότερο με την έννοια της «μοιρασμένης εξειδίκευσης», ότι η εξειδίκευση του θεραπευτή, έτσι όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι, αποτελείται περισσότερο από το να δημιουργεί έναν χώρο στον οποίον να μπορούν και οι δυο πλευρές να μαθαίνουν. Είναι ένας άλλος τρόπος να σκέφτεσαι για τους ανθρώπους και για το πώς αλλάζουν -αυτό αφορά τόσο τους πελάτες όσο και τους θεραπευτές.

… θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένας χώρος για από κοινού αυτοδιερεύνηση;

Ο Harry καθιέρωσε πριν από αρκετόν καιρό τον όρο της συν-συγγραφής, ότι ο πελάτης και ο θεραπευτής βρίσκονται στη διαδικασία μιας συν-συγγραφής. Το πρωταρχικό αίτημα ανήκει φυσικά στον πελάτη, αφού αυτός είναι που έχει έρθει για «κάτι». Αλλά μέσα στη διαδικασία αυτήν αλλάζει και ο θεραπευτής.

Έχω δυο ερωτήσεις που αναφέρονται η μια στην άλλη. Θα ήθελα πολύ να μάθω ποια φιλοσοφία βρίσκεται στη βάση της προσέγγισής σας και ποιαν εικόνα ανθρώπου έχετε; Και η δεύτερη ερώτηση: Ανέφερες ότι κάνατε έρευνα για τη δουλειά σας. Τι είδους έρευνα ήταν αυτή και ποιες μεθόδους χρησιμοποιείτε;

Πρώτον μέσα στο ινστιτούτο μας κάναμε, όπως λέμε εμείς, «ανεπίσημη» έρευνα και δεύτερον υπήρχαν φοιτητές που στα πλαίσια των σπουδών τους διεξήγαγαν μικρά ερευνητικά προγράμματα. Ένας φοιτητής π.χ. ενδιαφερόταν για τους διαφορετικούς τρόπους θέασης των πελατών και των θεραπευτών σε σχέση με τη θεραπεία: τι όριζε ο καθένας τους ως το πρόβλημα του πελάτη, αν πίστευαν ότι η θεραπεία ήταν επιτυχής και ποια εξήγηση είχαν για την επιτυχία της θεραπείας. Αποκαλύφθηκε ότι υπήρχε μεγάλη συμφωνία ανάμεσα στους πελάτες, τα μέλη της οικογένειας και τους θεραπευτές γύρω από το ποιο ήταν το πρόβλημα του πελάτη και για το αν είχαν υπάρξει θετικές αλλαγές ή και μια λύση για το πρόβλημα ή όχι. Ελάχιστη συμφωνία υπήρχε στις εξηγήσεις για τις θετικές αλλαγές. Οι πελάτες απέδιδαν την αλλαγή συνήθως σε κάποιες συνθήκες της ζωής τους -κάποια συμβάντα ακόμα και καθημερινά, τα οποία κατά τη γνώμη τους είχαν οδηγήσει στο να μην είναι το πρόβλημα πλέον πρόβλημα ή ενοχλητικό. Αντιθέτως οι θεραπευτές ισχυριζόταν ότι ήξεραν ακριβώς -ενίοτε μάλιστα και ποια συγκεκριμένη στιγμή μέσα σε ποια συνεδρία- τι σημαντικό είχε συμβεί στη θεραπεία και οδήγησε στη λύση του προβλήματος.

Ένα άλλο ερευνητικό πρόγραμμα διεξήχθη από μια συνεργάτιδα. Αυτή ασχολήθηκε με την εμπειρία αφροαμερικανικών οικογενειών στις οποίες είχε επιβληθεί οικογενειακή θεραπεία στα πλαίσια μιας δικαστικής διαδικασίας, οι οποίες δηλαδή δεν ερχόταν εθελοντικά, αλλά τις έστελναν τα δικαστήρια. Ρώτησε τις οικογένειες αυτές μετά τον τερματισμό της θεραπείας σε σχέση με την εμπειρία τους: ποιος πίστευαν ότι ήταν ο λόγος που τις είχαν στείλει για θεραπεία, αν η θεραπεία ήταν βοηθητική κλπ. Οι περισσότερες ανέφεραν ότι στην αρχή δεν ήθελαν να έρθουν, ότι θεωρούσαν τους θεραπευτές μακρύ χέρι της δικαιοσύνης και ότι δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι οι θεραπευτές, οι οποίοι επιπλέον ανήκαν και στη «white middleclass», θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Στην πορεία της θεραπείας ωστόσο αποκόμισαν την εντύπωση ότι οι θεραπευτές προσπαθούσαν να τους βοηθήσουν και να τους καταλάβουν. Ένιωθαν ότι τους σέβονται και δεν βίωναν το διαφορετικό εθνοτικό και πολιτισμικό φόντο των θεραπευτών ως πρόβλημα. Αυτά είναι παραδείγματα εθνογραφικών και φαινομενολογικών ερευνών.

Αυτήν ακριβώς την περίοδο μια συνεργάτιδα συγγράφει τις εμπειρίες της από ένα πρόγραμμα για το θέμα της βίας μέσα στις οικογένειες. Το ενδιαφέρον της στρεφόταν στις «ιστορίες» των γυναικών που έλεγαν για τον εαυτό τους ότι κακοποιούνταν ή ότι ζούσαν σε σχέσεις στις οποίες συνέβαιναν βίαιες αντιπαραθέσεις. Πήρε συνεντεύξεις από 9 γυναίκες, οι περιγραφές των οποίων για την ‘κακοποίησή’ τους περιελάμβαναν ένα φάσμα από τη συμπαγή σωματική βία μέχρι τη λεκτική βία χωρίς κακοποίηση με χειροδικίες. Η συνεργάτιδα που πήρε τις συνεντεύξεις ενδιαφερόταν εξαρχής περισσότερο να μάθει από τις ίδιες τις γυναίκες τι σήμαινε γι’ αυτές το ότι τις ‘κακοποιούν’ αντί να δώσει η ίδια εκ των προτέρων έναν ορισμό και μετά να δει αν οι γυναίκες ταίριαζαν στην κατηγορία. Ωστόσο είχε προετοιμάσει έναν οδηγό για τις συνεντεύξεις, ο οποίος περιείχε 12 ερωτήσεις και είχε σκοπό να διευκολύνει για τις γυναίκες την είσοδο στη συζήτηση. Ωστόσο μετά από λίγο καιρό απαρνήθηκε τις ερωτήσεις της και αντί αυτού αφέθηκε να την καθοδηγούν αυτά που έλεγαν οι γυναίκες και αυτά που εκείνες θεωρούσαν σημαντικά. Το άρθρο της έχει τίτλο: «Ακούγοντας το ανήκουστο», διότι οι γυναίκες έλεγαν ότι κανείς μέχρι τότε δεν τις είχε ακούσει ή δεν τις είχε ρωτήσει ποτέ πραγματικά -ούτε ο σύζυγος, ούτε ο θεραπευτής, ούτε ο πνευματικός και ότι ποτέ δεν τους είχε δοθεί η ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους. Η συνεργάτιδά μας κατέγραψε μερικές θαυμάσιες συνεντεύξεις και στην εργασία της περιγράφει επίσης πώς άλλαζε η μέθοδός της στην πορεία των συνεντεύξεων και πόσο έντονα είχε εμπλακεί και η ίδια στην έρευνα αυτή ως συμ-μετέχουσα και πώς οι γυναίκες αναλάμβαναν κατά καιρούς την καθοδήγηση τρόπον τινά ως συν-ερευνήτριες. Ωστόσο σε μια συζήτηση μας έλεγε πόσο δύσκολο είναι να αποχωριστεί τον ρόλο της ερευνήτριας, στον οποίον εκείνη αποφασίζει τι θα αναδείξει ως ‘σημαντικό’ από τις συνεντεύξεις.

Είναι λοιπόν αυτή μια ποιοτική μέθοδος;

Ναι, οπωσδήποτε!

Επιλέγετε την ποιοτική μέθοδο με βάση τη φιλοσοφία σας;

Η φιλοσοφία έχει φυσικά επιρροή πάνω στην επιλογή της μεθόδου, όμως βεβαίως δεν κάνουμε την έρευνα με μια συγκεκριμένη πρόθεση -έχουμε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ένα ιδιαίτερο ερώτημα. Ορισμένα ερωτήματα ή έρευνες τις προσεγγίζουμε περισσότερο από μια ποιοτική οπτική γωνία, άλλες περισσότερο από μια ποσοτική. Όταν π.χ. θέλουμε να στήσουμε ένα σπίτι γυναικών για κακοποιημένες γυναίκες χρειαζόμαστε ορισμένες πληροφορίες και στοιχεία -π.χ. αριθμούς γύρω από το πόσες γυναίκες προβλέπεται να αξιοποιήσουν το σπίτι κλπ. Δηλαδή εξαρτάται από το ποιες πληροφορίες θέλουμε να έχουμε και για ποιον λόγο και με ποιο ενδιαφέρον ερευνούμε κάτι. Η άλλη ερώτηση ήταν για τη φιλοσοφία της δουλειάς μας; Δύσκολο! Εδώ στη Γερμανία με όλη αυτήν τη φιλοσοφική παράδοση και τη φιλοσοφική κληρονομιά … εδώ είμαι απολύτως μέτρια!

Όταν αρχίσαμε να ενδιαφερόμαστε για τον τομέα της γλώσσας, ασχοληθήκαμε αρχικά με τις ιδέες της ομάδας του Palo Alto, μετά με τις απόψεις του Maturana για τη γλώσσα και καταλήξαμε να βλέπουμε τη γλώσσα ιδίως από την πλευρά της ανάπτυξης των σημασιών. Νιώθαμε να μας ελκύουν οι ερμηνευτικές επιστήμες όπως η ερμηνευτική αλλά και οι ιδέες του κοινωνικού κονστρουξιονισμού όπως τον εκπροσωπεί ο Kenneth Gergen. Συνεπώς τονίζουμε τον διαπροσωπικό χαρακτήρα στη δημιουργία της σημασίας σε αντίθεση με τη δημιουργία της σημασίας μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων.

Έχετε κάποια ιδιαίτερη εικόνα ανθρώπου;

Όχι άμεσα -βασικά έχουμε μια εντελώς απλή: αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους ως πλάσματα που ζουν μέσα στη γλώσσα και μέσα από τη γλώσσα. Αυτός είναι ο ανθρώπινος τρόπος να είσαι στον κόσμο και μαζί με τους άλλους. Αναπτύσσουμε και διαμορφώνουμε την ταυτότητά μας μέσα από μια διαδικασία που εξελίσσεται διαρκώς. Στα εκάστοτε διαφορετικά πλαίσια είμαστε διαφορετικά πρόσωπα. Έχουμε «πολυσχιδείς ταυτότητες Εαυτού» μιας και αλλάζουμε διαρκώς. Δεν μπορώ να πω: «αυτό είμαι», αλλά το μόνο που μπορώ να ξέρω είναι ποια είμαι σε μια ορισμένη στιγμή και ποια είμαι σε μια άλλη στιγμή. Η εικόνα μας για τον άνθρωπο λέει λοιπόν ότι είμαστε άνθρωποι που μιλούν με τον εαυτό τους και με τους άλλους και κάνοντάς το αυτό αλλάζουν.

Στο σεμινάριο είπες ότι σε καλούν συχνά ομάδες γυναικών -η ερώτησή μου είναι: ποιες θεωρείς ότι είναι οι τελευταίες εξελίξεις στο φεμινιστικό κίνημα, πώς αναφέρονται οι θεραπευτές και οι θεραπεύτριες σε αυτές και ποια είναι η δική σου θέση γι’ αυτές; Προκύπτουν από αυτές αλλαγές στη δουλειά σου;

Υπάρχουν πολλές συζητήσεις, δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις για το θέμα γυναίκες, ειδικά έμφυλα ζητήματα, φεμινισμός και φεμινιστική θεραπεία. Και υπάρχει επίσης ομοφωνία γύρω από το ότι η οικογενειακή θεραπεία και η ψυχοθεραπεία αρχίζουν μόνον πολύ αργά να αναπληρώνουν αυτά που έχουν γίνει αντικείμενο επεξεργασίας έξω από το πεδίο της θεραπείας στον τομέα του φεμινιστικού κινήματος. Εμένα προσωπικά με ενδιαφέρει το θέμα πολύ, όμως κι εγώ είμαι μόλις στην αρχή του να ασχοληθώ πιο διεξοδικά με αυτό. Περισσότερο απ’ όλα θα προτιμούσα να έρθω σε συζήτηση με γυναίκες που το έχουν ερευνήσει ή έχουν γράψει γι’ αυτό. Και με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η γυναικεία λογοτεχνία, η γυναικεία τέχνη και η μεταμοντέρνα φεμινιστική φιλοσοφία.

Εχθές είπε κάποιος στην ομάδα ότι βλέπει πολλές ομοιότητες ανάμεσα στον τρόπο που δουλεύεις και στην προσωποκεντρική προσέγγιση. Μπορείς να επαναλάβεις πού βρίσκονται οι διαφορές και πού οι ομοιότητες κατά τη γνώμη σου;

Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες. Π.χ. ότι βάζουμε τον πελάτη στο επίκεντρο και τον αντιμετωπίζουμε με μια στάση γεμάτη σεβασμό. Η διαφορά είναι ότι η δική μας σχέση με τους πελάτες χαρακτηρίζεται πιο έντονα από αμοιβαιότητα, ότι προσπαθούμε να ανακαλύψουμε μαζί τους περισσότερα για την πραγματικότητά τους και ότι εξελισσόμαστε μαζί τους. Ο «πελατοκεντρισμός» είναι επίσης ένας όρος και εξαρτάται τι εννοεί κάποιος με αυτόν. Πρόσφατα συμμετείχα σε ένα εργαστήριο για τη σχέση γιατρού-ασθενούς, στο οποίο στόχος ήταν να παρουσιαστεί η πελατοκεντρική προσέγγιση. Αυτή ήταν εντελώς διαφορετική από αυτό που είχα φανταστεί εγώ και σίγουρα εντελώς διαφορετική από τη δική μου δουλειά.

Είπες ότι το αποφασιστικό σε μια μορφή θεραπείας είναι η στάση των θεραπευτών και ότι η δική σου στάση συμπεριλαμβάνει ότι θέλεις να μάθεις κάτι από τους πελάτες. Γνωρίζεις σίγουρα τα άρθρα του Cecchin για την περιέργεια -μπορείς να μας περιγράψεις τις ομοιότητες και τις διαφορές με αυτό το σχέδιο;

Βρίσκω ότι ο χαρακτηρισμός «περιέργεια» ταιριάζει πολύ καλά και βλέπω κι εγώ τη στάση μου ως μια φιλοπερίεργη στάση. Και οι δυο μας ενδιαφερόμαστε για τις ιστορίες των πελατών και θέλουμε να τους γνωρίσουμε και να μάθουμε κάτι απ’ αυτούς, αλλά πιστεύω για διαφορετικούς λόγους. Δεν ξέρω αν ο Cecchin θα συμφωνούσε με την εκτίμησή μου. Εγώ βλέπω αυτήν την «περιέργεια» ως αφετηρία για να περάσουμε μετά σε μια πιο αμοιβαία μάθηση, σε έναν διάλογο μεταξύ πελάτη και θεραπευτή. Δηλαδή ενδιαφέρομαι γι’ αυτό που λένε και κάνω ερωτήσεις, τότε κι εκείνοι λένε κάτι που οδηγεί στο να δημιουργηθούν ξανά καινούριες σκέψεις και ερωτήσεις σε μένα ή σε εκείνους κλπ. Έτσι λοιπόν αναπτύσσουμε τη συζήτηση περισσότερο μαζί. Ο Cecchin πιθανώς δεν θα συμφωνούσε με τις δικές μου ιδέες περί «μη-εξειδίκευσης» (σε σχέση με το περιεχόμενο) και περί «μη-γνώσης». Εκείνος βλέπει τον θεραπευτή ως κάποιον που έχει μια ιδιαίτερη εξειδίκευση και που θα έπρεπε και να την αξιοποιεί. Ότι μέρος αυτής της εξειδίκευσης αποτελεί η γνώση για τους ανθρώπους και τη ζωή τους, ότι δηλαδή ο θεραπευτής έχει ένα ρεπερτόριο πληροφοριών που μπορεί να είναι χρήσιμες για τον πελάτη.

Δεν πιστεύεις ότι αυτές οι ιστορίες είναι σημαντικές για σένα;

Εμένα με ενδιαφέρει περισσότερο το πώς και ποιαν ιστορία αφηγείται ο πελάτης όταν προσπαθούμε να την ανακαλύψουμε μαζί. Πιστεύω ότι ο Cecchin ξεκινάει από το ότι υπάρχουν λιγότερο και περισσότερο χρήσιμες ιστορίες (αν μάθει τι είπα ας με πάρει τηλέφωνο να με διορθώσει…). Πιστεύω πως κάποτε είπε ότι υπάρχουν ίσως γύρω στις 20 ιστορίες για τους ανθρώπους και ότι οι θεραπευτές έχουν εμπειρίες με τις ιστορίες αυτές και ότι θα έπρεπε και να αξιοποιούν την εμπειρία αυτή στη δουλειά με τους πελάτες. Είναι κατανοητό;

Θα ήθελα να μάθω αν για σένα είναι π.χ. χρήσιμο να ξέρεις για τα γενικά προβλήματα των οικογενειών με υιοθετημένα παιδιά ή το νιώθεις περισσότερο ως παρεμποδιστικό;

Και τα δυο μπορεί να συμβαίνουν. Εγώ δεν θα ήθελα η εμπειρία μου με οικογένειες με υιοθετημένα παιδιά ή κάποιες γενικές ιδέες γι’ αυτές να μου σταθούν εμπόδιο την ώρα που θα προσπαθούσα να μάθω κάτι γι’ αυτήν τη συγκεκριμένη οικογένεια με υιοθετημένο παιδί. Ή αυτή η γενική γνώση να με εμποδίζει να ανακαλύψω μαζί με την οικογένεια ποιο είναι το ιδιαίτερο και το μοναδικό σ’ αυτούς και στην κατάστασή τους. Ωστόσο δεν θα σκεφτόμουν ότι οι ιδέες μου είναι καλύτερες ή πιο χρήσιμες ή ότι αυτό που έχει ανακαλυφθεί στις έρευνες για τις οικογένειες με υιοθετημένα παιδιά ισχύει σε κάθε περίπτωση. Μπορώ λοιπόν να εισάγω τις ιδέες μου και να τις προσφέρω ως μέρος της συζήτησης. Η οικογένεια ίσως πιαστεί από τις ιδέες μου και θελήσει να συνεχίσει την κουβέντα επ’ αυτών ή απλά θα τις αγνοήσει και θα συνεχίσει τη συζήτηση.

Δεν είναι κάποιες φορές που σκέφτεσαι: στο σημείο αυτό η οικογένεια με τις απόψεις της ή τις προκαταλήψεις της έχει κολλήσει για τα καλά;

Βασικά δεν σκέφτομαι με τέτοιες κατηγορίες. Στην οικογένεια που είδαμε σήμερα π.χ. αυτό που με απασχόλησε περισσότερο είναι αυτό που αφηγήθηκαν: ότι υπάρχει πολύς πόνος και ελάχιστη χαρά και παρηγοριά στην οικογένεια. Όλοι, με διαφορετικά λόγια, είπαν ότι εκτός οικογένειας είναι καλύτερα. Όταν λοιπόν τρόπον τινά βουτάω και βυθίζομαι σ’ αυτό που αφηγούνται, στο μυαλό μου δεν έχω πλέον καθόλου χώρο για τέτοιες σκέψεις. Ωστόσο πολύ καλά αντιλήφθηκα ότι στην αρχή υπήρχε ένα βάρος στην ατμόσφαιρα της συζήτησης, ένα είδος θλίψης και έντασης. Μετά αργότερα αντιλήφθηκα ότι η ένταση αυτή έμοιαζε να διαλύεται. Π.χ. η γυναίκα άρχισε να κοιτάζει τον άνδρα της όταν εκείνος έλεγε κάτι και γενικά έμοιαζε σαν να άρχισαν τα μέλη της οικογένειας να ενδιαφέρονται περισσότερο γι’ αυτό που έλεγαν οι άλλοι. Δεν σκέφτηκα αν αυτό που έκανε ο θεραπευτής ήταν χρήσιμο ή όχι ή αν θα έπρεπε να κάνει κάτι άλλο. Απλά δεν είχα τέτοιες σκέψεις.

Θα σου άρεσε να είσαι ένα πρότυπο ή μοντέλο για τις οικογένειες και να τους διδάξεις πώς να μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον;

Υποθέτω ότι ο τρόπος μου να φέρομαι ή να μιλάω επιδρά ως πρότυπο ή θεωρείται πρότυπο. Αυτή δεν είναι όμως οπωσδήποτε η πρόθεσή μου. Εμένα με ενδιαφέρει οι πελάτες να με βιώνουν ως κάποια που ενδιαφέρεται γι’ αυτούς και τους σέβεται, να βιώνουν μέσα από τη στάση μου ένα αίσθημα αξίας και επιβεβαίωσης. Αυτό μου αρέσει να μεταδίδω. Μοντέλο; Δεν ξέρω ακριβώς.

Ίσως ένα μοντέλο αντιμετώπισης του ενός από τον άλλον με σεβασμό;

Αυτό θα μπορούσε ίσως να συμβεί, η οικογένεια να με δει ως πρότυπο. Δεν είναι όμως αυτή η πρόθεσή μου. Τώρα θυμάμαι την οικογένεια από εχθές, ο τρόπος που μιλήσαμε μεταξύ μας, ο τρόπος που δημιουργήθηκε χώρος για συζητήσεις θα μπορούσε να είναι κάτι που η οικογένεια κατά τα λοιπά δεν κάνει. Αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα ερώτηση.

Έχω παρατηρήσει το τελευταίο διάστημα σε κάποια πεδία της συστημικής θεραπείας μια επιστροφή των θεραπευτών στο παρελθόν των πελατών. Ποια σημασία έχει για σένα το παρελθόν, η ιστορία των οικογενειών και των πελατών;

Δεν σκέφτομαι τους όρους «ιστορία / μη ιστορία» ως κάποια σημαντική διάκριση. Όταν ένα μέρος της αφήγησης ενός πελάτη έχει να κάνει με «ιστορία» ή είναι «ιστορικό» εγώ θέλω να το γνωρίσω. Όταν ο πελάτης λέει κάτι που συνέβη παλιά είμαι περίεργη και κάνω σχετικές ερωτήσεις. Όμως όχι με την έννοια ότι η ιστορία είναι σημαντική για το κομμάτι της δουλειάς που κάνουμε μαζί ή ότι θα ήταν σημαντική για τη συζήτηση που κάνουμε μεταξύ μας. Και όταν έχω έναν πελάτη που νομίζει ότι τα προβλήματά του συναρτώνται με κάτι από την παιδική του ηλικία τότε με ενδιαφέρει πολύ να μάθω περισσότερα γι’ αυτό και να μιλήσουμε γι’ αυτό. Με την έννοια αυτή λοιπόν δεν με ενδιαφέρει η ιστορία.

Με απασχολεί το ερώτημα, η εικόνα ή το φαινόμενο -«χρόνια νόσος στην ψυχιατρική» ή «χρόνια νόσος στο σύνολο του ψυχοκοινωνικού πεδίου». Πιστεύεις ότι με τον δικό σου τρόπο θεραπείας προσεγγίζεις κάπως καλύτερα το φαινόμενο της «χρονιότητας»;

Έχουμε συνεργαστεί με μια σειρά πολύ δύσκολους πελάτες -με νεαρούς όσο και με μεγαλύτερους «σχιζοφρενείς». Ο Harry έχει κάνει μια σειρά από συνεντεύξεις που τις έχουμε βιντεοσκοπήσει και οι οποίες είναι πραγματικά υπέροχες. Στην αρχή της συνέντευξης το πρόσωπο μιλάει πραγματικά σαν να ήταν τρελό ή δείχνει κατατονικό, ακινητοποιημένο -αυτός είναι ένας τρόπος να περιγράφεις τα πράγματα. Στο τέλος της συνέντευξης το πρόσωπο αυτό μιλάει όπως όλοι οι άλλοι στον χώρο. Είναι εκπληκτικό να παρατηρείς πώς εξελίσσεται αυτό. Όταν δεν κάνεις τη συνέντευξη με προειλημμένες ιδέες για την ασθένεια ή για το πώς η οικογένεια προκαλεί την ασθένεια και συμπεριλαμβάνεις το λεγόμενο σχιζοφρενικό πρόσωπο εξίσου στη συζήτηση ρωτώντας το για τις δικές του ιδέες και γνώμες, π.χ. «πού ήσουνα εσύ όταν συνέβαινε αυτό ή εκείνο;», τότε η όλη συζήτηση μέσα στη συνεδρία γίνεται πιο ρέουσα.

Δεν ξέρω ακριβώς -σκέφτομαι περισσότερο τις «εσωτερικές έναντι των εξωτερικών συζητήσεων». Υπάρχουν άνθρωποι, εκείνοι που τους ονομάζουμε ίσως «ψυχωτικούς», που κάνουν περισσότερο «μονολογικές εσωτερικές συζητήσεις» τις οποίες και επαναλαμβάνουν διαρκώς. Τους λείπει η φρεσκάδα κάποιων καινούριων ιδεών ή κάποιων καινούριων κομματιών της συζήτησης. Δεν ξέρω τι θα σήμαινε στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αυτή η φρεσκάδα -ίσως το να συζείς με άλλα πρόσωπα και όχι με αυτά που σταματούν να σου μιλάνε ή σου μιλάνε λιγότερο όταν εκφράζεις «τρελές ιδέες», με πρόσωπα που ίσως γίνονται πιο συγκεκριμένα…

Έχω ένα πρόβλημα που ίσως συναρτάται με το κλινικό setting διαμονής στο οποίο εργάζομαι. Σε μας έρχονται συχνά οικογένειες που έχουν μια πολύ άκαμπτη εγκατεστημένη άποψη για τη νόσο. Π.χ. οι γονείς είναι σταθερά πεπεισμένοι ότι το παιδί δεν έχει καμία ευθύνη ούτε για το ξεκίνημα του προβλήματος ούτε για τη λύση του προβλήματος. Οι απόψεις των θεραπευτών και της οικογένειας είναι λοιπόν πολύ διαφορετικές. Όταν πρόκειται να γίνει η εισαγωγή ενός μέλους της οικογένειας συνήθως δεν μένει πολύς χρόνος για συζήτηση επ’ αυτού και για κατάληξη σε κάποια συμφωνία. Παρ’ όλα αυτά μιλάμε με την οικογένεια με την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο θέασής τους.

Τον τρόπο θέασής τους σε σχέση με τους γιατρούς και τον ρόλο τους;

Ναι, για την ευθύνη μας και για τη δική τους ευθύνη. Για το ποιος φέρει την ευθύνη για το παιδί και για τη λύση του προβλήματος. Μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να φτάσουμε σε συμφωνία!

Εγώ δεν θα συζητούσα γι’ αυτό, πιστεύω, με τους πελάτες ή και δεν θα προσπαθούσα να τους πείσω. Περισσότερο από την πρώτη επαφή κιόλας θα σηματοδοτούσα με τη συμπεριφορά μου ότι ενδιαφέρομαι γι’ αυτούς και για την εμπειρία τους. Όταν π.χ. μου τηλεφωνεί μια μητέρα και μου λέει: «Ο 16χρονος γιος μου δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα και το σχολείο απείλησε ότι θα τον ‘πετάξουν έξω’ αν δεν κάνουμε κάτι. Μπορεί να έρθει σε σας;» εγώ θα έπαιρνα τον χρόνο και θα ρωτούσα: «Πείτε μου λίγο παραπάνω γι’ αυτό, τι πράγματα είναι αυτά που κάνει ο γιος σας. Είναι ένα πρόβλημα μόνο στο σχολείο ή και στο σπίτι; Ζείτε μόνη σας με τον γιο σας ή ποιος άλλος ζει στην οικογένεια;» Έτσι, ήδη από το τηλέφωνο θα μάθαινα κάτι περισσότερο για τους πελάτες και το αίτημά τους. Και ανάλογα με το τι θα μου έλεγε η μητέρα θα μπορούσα να κάνω την πρόταση πρώτα να μιλήσω μαζί της και με τον άνδρα της επειδή θα μπορούσαν να με βοηθήσουν να καταλάβω καλύτερα περί τίνος πρόκειται. Ίσως η μητέρα να συμφωνούσε, ίσως όμως και να έλεγε ότι ο γιος της θα έπρεπε να έρθει μόνος του. Εγώ θα το αποδεχόμουν, αλλά θα της έλεγα ότι ενδεχομένως κάποια στιγμή αργότερα να θέλω πάλι να μιλήσω μαζί της. Δηλαδή: Εξ αρχής συζητάμε και διαπραγματευόμαστε όλες τις αποφάσεις. Αν οι γονείς θέλουν να βάλω το παιδί τους στο νοσοκομείο, εμένα θα με ενδιέφερε πολύ τι τους οδήγησε στην απόφαση αυτήν. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να παίρνω ευθύς εξ αρχής μια τέτοια στάση. Βρίσκω σημαντικό και κάτι άλλο που έθιξες: σήμερα έρχονται σχετικά πολλοί άνθρωποι σε μας που έχουν κάνει ήδη εμπειρίες με θεραπεία. Είναι κοινωνικοποιημένοι μέσα στο ιατρικό μοντέλο και έχουν μεγάλη εξάσκηση σε αυτό. Αναζητούν τον ειδικό και περιμένουν μια γνώμη ειδικού.

Ναι και μετά λένε: «Είδαμε ήδη δυο γιατρούς που είπαν ότι η κόρη μας έχει μια borderline διαταραχή και ότι δεν φέρει ευθύνη γι’ αυτά που κάνει». Όταν οι γονείς είναι τόσο προσκολλημένοι στην άποψή τους, τότε βρίσκω πολύ δύσκολο…

Ακόμα κι αν νομίζεις ότι πρόκειται για μια κολλημένη ιδέα ή για μια πολύ στέρεα άποψη και θέλεις να προσπαθήσεις να τη χαλαρώσεις κάπως, υπάρχει η δυνατότητα να είσαι περίεργος σε σχέση με αυτήν ακριβώς την ιδέα. Αυτό θα μπορούσε να είναι η αρχή μιας συζήτησης: «δυο γιατροί σας είπαν ότι έχει μια borderline διαταραχή και δεν φταίει σε τίποτα. Θα ήθελα να μάθω περισσότερα γι’ αυτό…» ή «αυτό πρέπει να σας απογοητεύει αρκετά και να σας δημιουργεί σύγχυση, ίσως και να σας θυμώνει πολύ…» Δηλαδή θα προσπαθούσα να μπω σε συζήτηση με τους γονείς, π.χ.: «μα είναι μόλις 11 ετών. Είπαν κάτι οι γιατροί για το πώς θα είναι όταν θα είναι 30;» Υπάρχουν πολλές δυνατότητες για να μιλήσουμε για τις πεποιθήσεις της οικογένειας.

Μόλις έκανα μια σκέψη: Μήπως έχουμε υπερβολικά στέρεες απόψεις για τις στέρεες απόψεις; Βασικά σε κάτι τέτοιες καταστάσεις εισαγωγών εγώ μπορώ να αντιμετωπίσω πάρα πολύ καλά τον θυμό μου, αλλά οι συνεργάτες και το νοσηλευτικό προσωπικό όχι. Κι εγώ πρέπει τότε να αντιμετωπίσω τον δικό τους θυμό.

Ίσως μπορούμε να το φανταστούμε ως εξής: οι διάφοροι ορισμοί και οι απόψεις που ομαδοποιούνται γύρω από ένα ορισμένο πρόβλημα εκπροσωπούν τρόπον τινά κάποια κομμάτια του. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να κάνουμε διάφορες συζητήσεις με διάφορα πρόσωπα -ενίοτε συγχρόνως, ενίοτε διαδοχικά. Συζητήσεις σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα, π.χ. με συναδέλφους, με επόπτες, με τα μέλη της οικογένειας. Στην αρχή χρειαζόμαστε φυσικά περισσότερο χρόνο, όμως έχω κάνει την εμπειρία ότι αξίζει τον κόπο και ότι μακροπρόθεσμα έχουμε λιγότερη δουλειά και χρειαζόμαστε λιγότερο χρόνο.

Έχω ακόμα μια πολύ απλή και πραγματιστική ερώτηση. Σε τι settings δουλεύετε; Ξέρω ότι στο Houston-Galveston-Institute υπάρχει ένα team. Δουλεύετε σε συνεργασία με το team ή μόνοι; Ή πώς αξιοποιείτε το team;

Κανονικά δουλεύουμε μόνοι, δηλαδή βλέπουμε τις οικογένειες μόνοι μας. Ωστόσο η δουλειά μας είναι πάντα ανοιχτή και έχουν πρόσβαση σ’ αυτήν οι συνάδελφοι ή οι φοιτητές που θέλουν να βλέπουν. Όλοι οι χώροι είναι εξοπλισμένοι με βίντεο και μονόδρομο καθρέφτη έτσι ώστε αυτό να είναι δυνατό. Αντιλαμβανόμαστε το «team» λιγότερο με την έννοια της οργάνωσης: «συναντιόμαστε τις Τρίτες και συνεργαζόμαστε», αλλά πολύ περισσότερο ως σχέδιο. Δηλαδή η δουλειά μας είναι ανοιχτή και δημόσια, μιλάμε γι’ αυτήν και ανταλλάσσουμε απόψεις. Στην εκπαίδευση αξιοποιούμε το team πολύ εντατικά. Θεωρώ τα team στην εκπαίδευση πολύ σημαντικά για να μάθουν οι θεραπευτές να συνεργάζονται και για να μπορούν να βιώνουν την κλινική τους δουλειά από διαφορετικές οπτικές: ως η μοναδική θεραπεύτρια στο δωμάτιο θεραπείας, μαζί με μια συνάδελφο στο δωμάτιο θεραπείας, ως θεραπευτής πίσω από τον καθρέφτη, ως θεραπευτής που παρουσιάζει ένα περιστατικό, ως θεραπεύτρια που φέρνει ιδέες σε σχέση με ένα περιστατικό κλπ. Τα team κάνουν δυνατή αυτήν την πολυσχιδία και τον πλούτο εμπειριών. Ενίοτε δουλεύουμε και απλά μαζί. Ο Harry και εγώ το κάναμε αυτό πολύ ευχάριστα. Όταν είχε π.χ. χρόνο ερχόταν ως «visiting therapist» σε κάποιο από τα περιστατικά μου ή όταν είχα εγώ χρόνο καθόμουνα μέσα μαζί του. Ενίοτε ρωτάω και συναδέλφους ή φοιτητές αν έχουν διάθεση να καθίσουν πίσω από τον καθρέφτη και να βλέπουν -π.χ. όταν έχω κάποια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση ή όταν είμαι πολύ κουρασμένη. Τeam σημαίνει λοιπόν για μας περισσότερο την ανοιχτοσύνη στη δουλειά και όχι team ως σταθερή ομάδα. Το team και η συνεργασία διαμορφώνεται γύρω από κάποια ιδιαίτερα καθήκοντα και αιτήματα. Οι άνθρωποι που κάνουν μια μονοετή εκπαίδευση στο ινστιτούτο μας περνούν εξ αρχής ορισμένες μέρες της εβδομάδας μαζί με τους διάφορους συνεργάτες. Κάθονται πίσω από τον καθρέφτη και παρακολουθούν τη θεραπεία ή κάθονται μαζί τους μέσα στο δωμάτιο θεραπείας. Το κάνουμε αυτό για να μπορέσουν να γνωρίσουν εμάς και τον τρόπο δουλειάς μας, για να βιώσουν τις ομοιότητες και τις διαφορές της δουλειάς μας. Παρότι έχουμε τις ίδιες βασικές απόψεις για τη θεραπεία, τελικά οι μέθοδοί μας είναι διαφορετικές και ο καθένας βάζει την προσωπικότητά του στη δουλειά του. Είναι σημαντικό για μας οι εκπαιδευόμενοι να μη μας θεωρούν μια ομάδα ειδικών που κάνουν όλοι τα ίδια και τους οποίους θα έπρεπε να βαλθούν να τους φτάσουν. Θέλουμε να αναπτύξουν και να αξιοποιήσουν το δικό τους στυλ. Στο επόμενο βήμα αρχίζουν οι εκπαιδευόμενοι και οι συνεργάτες να βλέπουν μαζί τα περιστατικά. Θέλουμε να διατηρήσουν οι δυο θεραπευτές τις δικές τους, διαφορετικές μεταξύ τους, ιδέες και εμπνεύσεις και να μπορούν να τις ανταλλάξουν μέσα ή έξω από το δωμάτιο θεραπείας. Τους καινούριους θεραπευτές τους παίρνουμε λοιπόν τρόπον τινά από το χέρι και έτσι τους εισάγουμε στη δουλειά μας. Αργότερα έχουν συνήθως τα δικά τους περιστατικά και δουλεύουν μετά περιστασιακά μαζί με άλλους εκπαιδευόμενους ή συνεργάτες. Πρόσφατα μας επισκέφθηκε μια θεραπεύτρια από την Αυστραλία για δυο μέρες και στο διάστημα αυτό συνόδευε εμένα σε όλες μου τις θεραπείες. Έλεγα στους πελάτες μου ότι μας επισκέπτεται για να γνωρίσει τη δουλειά μας και ρωτούσα αν είναι εντάξει γι’ αυτούς να μείνει μαζί μας. Όλοι οι πελάτες ήταν σύμφωνοι. Μετά ξεκινούσα τη συνεδρία λέγοντας στην επισκέπτρια κάτι για τους πελάτες -παρουσία των πελατών. Μετά συνέχιζα τη θεραπεία ως συνήθως και στρεφόμουν κάπου-κάπου προς εκείνη και ρωτούσα: «Ακούσατε τι λέγαμε. Έχετε κάποιες σκέψεις ή ερωτήσεις που θα θέλατε να εκφράσετε;» Προσπαθώ δηλαδή να συμπεριλάβω τους επισκέπτες όσο το δυνατόν περισσότερο, παρόμοια με το πώς το κάνω εδώ μαζί σας.

Ποια θα ήταν μια καλή τελευταία ερώτηση ή ένα καλό τελευταίο σχόλιο;

Ο Harry τώρα θα έλεγε: “It’s time for a beer!”

© 2014 Συστημικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης