Log in


Maturana, H.R. & Varela, F.J. : Το δέντρο της γνώσης.

Maturana, H.R. & Varela, F.J. (1992): Το δέντρο της γνώσης. Οι βιολογικές ρίζες της ανθρώπινης νόησης. Αθήνα (Κάτοπτρο).

Πρόσφατα μαθητές μου που εκπαιδεύονται στη Συστημική Θεραπεία με ρώτησαν ποιο βιβλίο έχει επηρεάσει ιδιαίτερα έντονα την κοσμοεικόνα μου και το πρώτο που μου ήρθε αμέσως στο νου ήταν αυτό το βιβλίο των Maturana & Varela.

Μόνον όταν το σκέφτηκα πιο καλά μου έγινε σαφές ότι το βιβλίο αυτό συνδέεται όχι με ένα, αλλά με δυο ουσιώδη βήματα στην κατανόησή μου για τον κόσμο. Το πρώτο βήμα αλλαγής έγινε πριν ακόμα από την έκδοση του βιβλίου αυτού και προέκυψε από τις εργασίες των Maturana & Varela που στη συστημική συζήτηση χαρακτηρίζονται ως "προπομποί" του Δέντρου της γνώσης. Μια σχετική και σημαντική δημοσίευση είναι το άρθρο τους (γραμμένο μαζί με τον R. Uribe) με τίτλο: "Autopoiesis: The organization of living systems, its characterization and a model", το οποίο δημοσιεύτηκε το 1974 στο Biosystems (5, 187-196) και περιγράφει μεταξύ άλλων ένα μοντέλο προσομοίωσης ενός αυτοποιητικού συστήματος. Θα ανέφερα επίσης και ένα δεύτερο βιβλίο του Maturana, το Erkennen. Die Organisation und Verkörperung von Wirklichkeit (Braunschweig: Vieweg) που εκδόθηκε στα γερμανικά το 1982.

Τα δυο αυτά βιβλία καθώς και το παραπάνω άρθρο με έκαναν καταρχάς οπαδό της θεωρίας της αυτοποίησης. Όταν όμως αργότερα (το 1987) μελετούσα την πρώτη έκδοση του Δέντρου της γνώσης στα γερμανικά, είχα πολύ αμφιθυμικά συναισθήματα. Αφενός η αίσθησή μου ήταν (και σωστά): "Αυτό είναι!" -δηλαδή εδώ είναι η σύνθεση των "προπομπών" που ανέφερα παραπάνω σε ένα ενιαίο έργο που εκπροσωπεί και κεντρικές πλευρές της δικής μου κοσμοεικόνας. Αφετέρου ένιωθα και μιαν απογοήτευση -η ένταση της οποίας με εξέπληξε. Διότι μου έγινε πολύ γρήγορα σαφές πόσο ανεπαρκής ήταν η θεωρία αυτή για να μπορεί να απαντήσει στα ψυχοθεραπευτικά μου ερωτήματα. Δεδομένου όμως ότι αυτό που με γοήτευσε αρχικά στη θεωρία της αυτοποίησης εξακολουθεί να με ενδιαφέρει ακόμα και σήμερα, αξίζει νομίζω μια πιο κοντινή ματιά σε αυτήν τη διαδικασία αλλαγής της εκ μέρους μου υποδοχής του βιβλίου αυτού -πόσο μάλλον όταν γνωρίζω ότι και για πολλούς άλλους εξακολουθεί να είναι σημαντικό, πράγμα που αποδεικνύουν αν μη τι άλλο οι πολυάριθμες επανεκδόσεις του μέχρι ακόμα και πρόσφατα (η τελευταία επανέκδοσή του στη Γερμανία έγινε το 2009 επειδή είχε εξαντληθεί).

Το ενδιαφέρον μου για την αυτοποίηση ξύπνησε καταρχάς μέσα από την ευτυχή συνθήκη να βιώσω ζωντανά τον Francisco Varela στα τέλη της δεκαετίας του '70 σε ένα πολυήμερο σεμινάριο που έγινε σε έναν παλιό μύλο στη Χαϊδελβέργη. Το σεμινάριο αυτό ήταν μέρος μιας ολόκληρης σειράς εργαστηρίων, στα οποία είχαν προσκληθεί από το πανεπιστήμιο πρωτοπόροι διανοητές εναλλακτικών περιγραφών του κόσμου -μεταξύ αυτών ο Humberto Maturana και ο Fritjof Capra. Τότε ήταν μια εποχή όπου μόλις πριν λίγο (το 1977) είχε απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ Χημείας στον Ilya Prigogine για τη θεωρία του περί αυτοοργάνωσης -με το όνομα "σκεδαστικές δομές"-, πράγμα που έκανε γνωστή μια διαφορετική σκέψη στις φυσικές επιστήμες. Ειδικά οι ψυχοθεραπευτές, οι οποίοι συνοδεύουν τους πελάτες τους σε σημαντικές διαδικασίες εξέλιξης και αλλαγής μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν βεβαίως πολύ ανοιχτοί σε μοντέλα που μπορούσαν να θεματοποιήσουν κατάλληλα τις εμπειρίες τους. Πρόκειται για μη γραμμικές, για "αλματώδεις" εξελικτικές πορείες, οι οποίες προκύπτουν από μια ευαίσθητη, αλλά σχετικά μη ειδική υποστήριξη των συνθηκών της διαδικασίας. Ο Carl Rogers, ο ιδρυτής της "Προσωποκεντρικής Ψυχοθεραπείας", ήταν ένας από τους πρώτους στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία που είδε στη θεωρία του Prigogine περί αυτοοργάνωσης μια στήριξη της δικής του προσέγγισης και της σημασίας της "τάσης για αυτοεπικαιροποίηση" (στην Ελλάδα την ξέρουμε περισσότερο ως τάση για αυτοπραγμάτωση). Ακόμα και τότε ήταν δύσκολο στα πλαίσια της ακαδημαϊκής ψυχολογίας και ψυχοθεραπείας να αντισταθεί κάποιος ενάντια στη μπηχαβιοριστική αξίωση για αποκλειστική εκπροσώπηση, η οποία προπαγάνδιζε την εξήγηση όλων των ψυχολογικά σημαντικών φαινομένων και την επιστημονική τους διερεύνηση σύμφωνα με μια ορισμένη μεθοδολογία. Οι νεότερες επιγνώσεις από τη συστημική έρευνα στις φυσικές επιστήμες έδειχναν όμως ότι δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει τις θεωρίες της αυτοοργάνωσης των ουμανιστικών και των συστημικών προσεγγίσεων ως "μη επιστημονικές" μόνο και μόνο επειδή οι εξηγήσεις τους δεν βασίζονται στις δραστικές αρχές της κοσμοεικόνας του 19ου αιώνα για τον φυσικό κόσμο.

Ωστόσο για πολλούς μέχρι και σήμερα η συστημική επιστημονική αλλαγή στις φυσικές επιστήμες σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να αμφισβητήσουν τη μονομέρεια της κατανόησής τους για "την επιστήμη" και "τις δραστικές αρχές". Ναι μεν ο Prigogine και αργότερα και άλλοι κατάφεραν να δείξουν με σαφήνεια ότι ακόμα και για τις διεργασίες των φυσικών επιστημών σε καμία περίπτωση δεν είναι πάντα κατάλληλος ούτε ο καταλογισμός μιας σαφούς διάκρισης μεταξύ "ανεξάρτητων" και "εξαρτημένων" μεταβλητών, ούτε η ταυτοποίηση γραμμικών και τοπικών δραστικών παραγόντων με εξίσου γραμμικές (αντί για αλματώδεις) πορείες αλλαγής, ούτε η δυνατότητα τοπικού σχεδιασμού των παρεμβάσεων -συνεπώς οι μεθοδολογίες που βασίζονται σε μια τέτοια οπτική ως αναγκαίο πρόταγμα είναι επιστημονικά αμφισβητούμενες. Παρόλα αυτά για πολλούς, κάλλιστα με το δίκιο τους, το κενό ανάμεσα στη χημεία και την ψυχοθεραπεία ήταν και είναι πολύ μεγάλο για να γεφυρωθεί στέρεα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι σαφές το αν και κατά πόσον κάποια κεντρικά φαινόμενα της ψυχοθεραπείας και κάποια κεντρικά φαινόμενα των φυσικών επιστημών μπορούν να περιγραφούν και να νοηθούν με έναν ίδιο δομικά ή τυπικά τρόπο που να υπερβαίνει το επίπεδο μιας χαλαρής μεταφοράς. Συγχρόνως όμως ήταν και πολύ επιθυμητή η τεκμηρίωση κάποιων μη συμπεριφορικών αρχών, τη δραστικότητα των οποίων πολέμησε ειδικά η ψυχολογία και η ψυχοθεραπεία αγνοώντας τις νεότερες εξελίξεις στις φυσικές επιστήμες.

Συνεπώς σε πολλούς, όπως και σε μένα, φαινόταν ότι ήταν ένα θεωρητικό σχέδιο που καθώς έμοιαζε να προέρχεται από τη νευροβιολογική έρευνα και επιπλέον ασχολούνταν μεταξύ άλλων και με την αντίληψη, προσέφερε μια τεκμηρίωση που βρισκόταν σε σαφώς πιο στενή σύνδεση με την ψυχοθεραπεία. Είμαι πεπεισμένος ότι πολλοί ψυχοθεραπευτές που στράφηκαν προς την αυτοποίηση είχαν αρκετά παρόμοια κίνητρα και ενδιαφέροντα. Καταρχάς όμως οι εργασίες περί αυτοποίησης σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν ένα μοντέλο που σκοπό είχε να εξηγήσει άμεσα τις ψυχικές, κοινωνικές ή θεραπευτικές διαδικασίες. Πολύ περισσότερο επρόκειτο για την παρουσίαση μιας εναλλακτικής πρόσβασης στην κατανόηση της διαδικαστικής σταθερότητας και μιας ορισμένης σχέσης συστήματος-περιβάλλοντος σε ένα ζωντανό κύτταρο. Η αυτοποίηση τονίζει ακριβώς ότι οι αλλαγές του συστήματος δεν καθορίζονται από έξω, αλλά ότι κεντρικό ρόλο παίζουν οι εσωτερικές στο σύστημα ιδιότητες και δυνατότητες. Ο τομέας του αντικειμένου της αυτοποίησης περιοριζόταν αντίστοιχα στις διαδικασίες μέσα σε ένα ζωντανό κύτταρο. Εδώ -και θα ήθελα να προσθέσω: μόνον εδώ- έχει νόημα η αυτοποίηση ως "αυτο-παραγωγή". Επίσης η επιχειρησιακή κλειστότητα των διεργασιών του συστήματος ενός κυττάρου, το οποίο οριοθετείται μέσω της μεμβράνης του απέναντι στον περίγυρό του και μοιράζεται με αυτόν μόνο διαδικασίες μεταβολισμού, είναι εδώ άμεσα εύληπτη. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη ότι η μεταφορά της αναφορικότητας για την περιγραφή των διαδικασιών αυτοοργάνωσης έκανε εύλογη και στον τομέα της ψυχοθεραπείας την αυτοποίηση του κυττάρου -αυτό ίσχυε και για μένα. Μάλιστα για κάποιους ψυχοθεραπευτές συγγραφείς η "αυτοοργάνωση" ήταν συνώνυμη με την "αυτοποίηση".

Ορισμένα προβλήματα της θεωρίας της αυτοποίησης πάντως έγιναν ορατά ήδη από τότε που ο Maturana πέρασε στις αρχές της δεκαετίας του '80 ένα μεγάλο διάστημα ως επισκέπτης καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Bielefeld προσκεκλημένος από τον Niklas Luhmann. Οι δυο επιστήμονες ήταν πολύ ξένοι μεταξύ τους, όχι μόνον εξωτερικά: Θυμάμαι ακόμα μια από τις πρώτες συναντήσεις τους, όπου ο Maturana ως ένας λατινοαμερικάνος που ξεχειλίζει από ζωντάνια πλησίασε τον Luhmann με τέτοιον τρόπο που να "επαπειλείται" μια αγκαλιά -οπότε ο εύθραυστος διανοούμενος από τη βόρειο Γερμανία σχεδόν πάγωσε. Πιο σημαντική όμως διαφορά ήταν ότι ο Luhmann είχε αναπτύξει το 1984 ένα θεωρητικό σχέδιο για την αυτοποίηση στα κοινωνικά συστήματα (βλ. Soziale Systeme. Grundriss einer allgemeinen Theorie. Frankfurt a. M.: Suhrkamp), στο οποίο κάποιες κεντρικές έννοιες ορίζονταν σαφώς διαφορετικά από ότι στους Maturana & Varela. Αυτό οδήγησε σύντομα τη συζήτηση περί αυτοποίησης στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας σε μια απέλπιδα σύγχυση, αφού αυτές οι διαφορές ανάμεσα στον Luhmann και τους Maturana/Varela συχνά παραβλέπονταν και μιλούσαμε απλά για την αυτοποίηση.

Στο Δέντρο της γνώσης πάντως οι ίδιοι οι Maturana & Varela επεξέτειναν τη χρήση της αυτοποίησης και σε τομείς που βρίσκονται πέρα από την αυτοπαραγωγή των βιολογικών κυττάρων -δηλαδή σε γενικές πλευρές της γνώσης. Παρότι οι συγγραφείς βασικά αποσαφηνίζουν ότι ήθελαν να εξετάσουν τη "γνώση ως βιολογικό φαινόμενο", τα γραφόμενά τους παρεξηγούνταν όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση ότι οι βιολογικές περιγραφές μεταφέρονταν άμεσα σε ψυχοθεραπευτικά σημαντικές διαδικασίες. Ο Kurt Ludewig, ο οποίος με πολύ αξιέπαινο και κοπιαστικό τρόπο έκανε τη μετάφραση του βιβλίου στα γερμανικά και συγχρόνως ήταν διευθυντής ενός ινστιτούτου που παρείχε εκπαίδευση στη συστημική θεραπεία, ήταν εδώ σίγουρα ένας από τους καταλύτες αυτού του τρόπου ομιλίας και θέασης, ο οποίος πλέον χρησιμοποιούσε μέρη του θεωρητικού σχεδίου όπως την "αυτοπαραγωγή" ή την "επιχειρησιακή κλειστότητα" και για ψυχικές διαδικασίες.

Από τη δική μου σκοπιά όμως είναι σημαντικά τα παραδείγματα, σωστά τα επιχειρήματα και ενδιαφέρουσες οι οπτικές που αναπτύχθηκαν βιβλίο μόνο στον βαθμό και για όσο πρόκειται για βιολογικά φαινόμενα. Η αυτονομία και η αυτοπαραγωγή αναφέρονται στο κυτταρικό επίπεδο. Αντίστοιχα το βιβλίο αναφέρεται εκτενώς στην αναπαραγωγή και στην κληρονομικότητα, σε ζητήματα της οντογένεσης και της επιλογής, στο γενεαλογικό δέντρο των ειδών και στη "φυσική ολίσθηση" (σε αντίθεση ας πούμε με τη "φυσική επιλογή" του δαρβινισμού). Μόνο στο δεύτερο μισό του βιβλίου γίνεται αντικείμενο η "γνώση". Ωστόσο κι εδώ γίνονται εκτενείς αναφορές στη φυσική ιστορία της κίνησης, στη συμπεριφορά των φυτών και των αμοιβάδων, στον αισθησιοκινητικό συντονισμό των μονοκύτταρων οργανισμών και στο πρωτόγονο νευρικό σύστημα. Ακόμα και σε σχέση με το ανθρώπινο νευρικό σύστημα συζητιούνται στη συνέχεια ζητήματα της κληρονομικής και της εκμαθημένης συμπεριφοράς ή της γνώσης ως αποτελεσματικής συμπεριφοράς -με τον αφορισμό "η ζωή είναι γνώση". Αυτό είναι σίγουρα πάρα πολύ αδιαφοροποίητο για θεραπευτές, αφού λείπει π.χ. η σημαντική για τον βιόκοσμο του ανθρώπου διάκριση ανάμεσα στην αναστοχαστική και τη μη αναστοχαστική γνώση. Αντίστοιχα και τα "κοινωνικά φαινόμενα" (Κεφ. 8) περιορίζονται στη συνέχεια στον τομέα της κατανομής ρόλων στα ζώα και σε θέματα όπως η μίμηση, ο αλτρουισμός και ο εγωισμός κλπ. Με δυο λόγια: Όλα αυτά που είναι σημαντικά για τους ψυχοθεραπευτές -η νοηματοδότηση, η αφήγηση ή η βιογραφία- παραμένουν εντελώς εκτός.

Αναστοχαζόμενος λοιπόν τότε τη δυσφορία που μου προκάλεσε το βιβλίο αυτό, συνειδητοποίησα ότι μια ανθεκτική συστημική θεωρία για την ψυχοθεραπεία πρέπει αντί της επιχειρησιακής κλειστότητας να θεματοποιεί ειδικά την επιχειρησιακή διασύνδεση μεταξύ των διαφόρων επιπέδων του συστήματος (μεταξύ άλλων και των σωματικών, των συνειδητών, των αφηγηματικών, των κοινωνικών και των συμβολικών-διαμεσολαβητικών διαδικασιών) καθώς και να θεματοποιεί ρητά τόσο τη σταθερότητα των δομών όσο και την αλλαγή τους. Επίσης συνειδητοποίησα ότι μια ψυχοθεραπευτική θέαση θα έπρεπε, ενόψει της πολυσχιδίας των διαδικαστικών επιπέδων, να στρέφει την εστίασή της σε ένα θεωρητικό σχέδιο που τονίζει από μόνο του τη διασύνδεση μεταξύ των οργανισμικών, των ψυχοδυναμικών και των διαπροσωπικών διαδικασιών, δηλαδή στο θεωρητικό σχέδιο του "προσώπου". Η επίγνωση αυτή και η δουλειά που ξεκίνησα μετά για μια "προσωποκεντρική συστημική θεραπεία" προήχθησαν σε μένα αποφασιστικά μέσα από τη συνάντηση με το βιβλίο αυτό των Maturana & Varela.


Τάσος Ζήσης  16/12/2014

© 2014 Συστημικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης