Log in


Watzlawick, P., Beavin-Bavelas, J. & Jackson, D. (2005): Ανθρώπινη επικοινωνία και οι επιδράσεις της στη συμπεριφορά

Watzlawick, P., Beavin-Bavelas, J. & Jackson, D. (2005): Ανθρώπινη επικοινωνία και οι επιδράσεις της στη συμπεριφορά: Τα πρότυπα, οι παθολογίες και τα παράδοξα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Αν σταθεί κάποιος μπροστά στη βιβλιοθήκη μου θα προσέξει κάποια λίγα βιβλία επειδή είναι γεμάτα με χρωματιστά χαρτάκια και είναι σχεδόν διαλυμένα. Ένα από αυτά είναι το  Ανθρώπινη επικοινωνία των Watzlawick, Beavin & Jackson. Γιατί έχει τέτοια εμφάνιση το βιβλίο; Πώς με διαμόρφωσε;

 

Ακόμα και τα βιβλία και τις θεωρίες, νομίζω, τα αντιλαμβανόμαστε ως σημαντικά ή λιγότερο σημαντικά μέσα στο φόντο του εσωτερικού μας χάρτη κατά τη χρονική στιγμή που τα διαβάζουμε. Έτσι τίθεται για μένα κατά κύριο λόγο το ερώτημα αν μια θεωρία είναι ικανή να συνδεθεί με τον χάρτη μας και αν καταφέρνει να έχει νόημα για τους αναγνώστες της σε σχέση με τη σκέψη και τη δράση τους. Συνεπώς κι εγώ συνοψίζω το βιβλίο αυτό σε σχέση με αυτά που είναι για μένα μέχρι σήμερα σημαντικά μέσα στην κλινική μου πρακτική.

Τα χαρτάκια και οι υπογραμμίσεις έχουν διαφορετικά χρώματα, τα οποία χαρακτηρίζουν τις διαφορετικές φάσεις της εκ μέρους μου κατανόησης του βιβλίου αυτού.

Σε μια πρώτη ανάγνωση κατανόησα μέσα από το βιβλίο αυτό την αλλαγή της βασικής παραδοχής: Την αλλαγή από τη ματιά προς τα μέσα σε μια ματιά προς το ανάμεσα, δηλαδή την αλλαγή από τη ματιά προς τις ενδοψυχικές διαδικασίες σε μια ματιά προς τη δυναμική των σχέσεων, η οποία βρίσκει την έκφρασή της στην επικοινωνία και νοείται ως συμπεριφορά. Την αλλαγή από την υπόθεση της γραμμικότητας των αλυσίδων αιτίου-αιτιατού στην άποψη της κυκλικής αιτιολογίας και της ιδιοδυναμικής των κοινωνικών διαδικασιών διάδρασης.

Ο Watzlawick et al. πήραν τις παρατηρήσεις και τη θεωρία του Gregory Bateson και τις έκαναν προσιτές σε ένα ευρύ κοινό. Το αποτέλεσμα είναι μια περιεκτική και εύληπτη προσέγγιση, η οποία εφαρμόζει τις επιγνώσεις της επιστήμης της επικοινωνίας στην ψυχοθεραπευτική δράση. Έδωσε μια αποφασιστικής σημασίας ώθηση στην ανάπτυξη της συστημικής οικογενειακής θεραπείας, ιδίως του μοντέλου του Μιλάνου.

Η κεντρική δήλωση του Ανθρώπινη επικοινωνία έβαλε τα θεμέλια της συστημικής θεωρίας και θεραπείας ή και της ανάπτυξης των πρώτων σχολών οικογενειακής θεραπείας: Η συμπεριφορά ενός ατόμου, αυτό καθιστούν εύλογο οι αντίστοιχες κλινικές παρατηρήσεις (βλ. Bateson, G. et al. (1969). Schizophrenie und Familie. Frankfurt a. M.: Suhrkamp), καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη διάδρασή του με το περιβάλλον και όχι από ενδοψυχικές διαδικασίες. Για να το πω πιο απλά: Οι άνθρωποι είναι αυτό που είναι πάντα σε εξάρτηση από ένα σημαντικό πλαίσιο σχέσεων και ότι κι αν κάνει κάποιος -πάντα αυτό έχει ανάδραση επάνω του και ρυθμίζει με τη σειρά του τη συμπεριφορά του. Αργότερα η συνάφεια αυτή χαρακτηρίστηκε κυβερνητική 1ης τάξης [Κυβερνητική είναι η επιστήμη της αυτοηνιόχησης των πολύπλοκων συστημάτων, οι αρχές της οποίας είναι ίδιες σε όλα τα συστήματα, ανεξάρτητα από την υλική τους φύση. Βλ. von Schlippe, A. & J. Schweitzer (2008): Εγχειρίδιο της Συστημικής Θεραπείας και Συμβουλευτικής. Θεσσαλονίκη: University Studio Press)] και αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα κεντρικό πρόταγμα της συστημικής θεραπείας. Γι' αυτό και στο επίκεντρο των ερευνών βρισκόταν η μελέτη των σχέσεων αυτών: Της επικοινωνίας και της σημασίας της σε πραγματιστικό επίπεδο.

Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας επιτυχημένης επικοινωνίας, τα πέντε πραγματιστικά αξιώματα που περιγράφονται στο 2ο κεφάλαιο, μας προσφέρουν μέχρι σήμερα μια καλή βάση για να κατανοούμε τη δυναμική των σχέσεων και την πάλη για τον ισχύοντα ορισμό των σχέσεων ή και την εξουσία ορισμού. "Δεν μπορεί κάποιος να μη συμπεριφέρεται" λέει το 1ο αξίωμα, συνεπώς δεν μπορεί ούτε και να μη σχετίζεται. Κάθε μορφή σχέσης εμπεριέχει έναν ορισμό της σχέσης αυτής, ενώ ο εκάστοτε ορισμός μιας σχέσης καθορίζει το περιεχόμενο ενός μηνύματος.

Όταν για οποιουσδήποτε λόγους αποφεύγεται ο ορισμός μιας σχέσης, τότε δημιουργούνται στρατηγικές επικοινωνίας όπως η σύγχυση, η μυθοποίηση και το "double-bind" (διπλός δεσμός), οι οποίες έχουν απαξιωτική επίδραση [Η απαξίωση δεν πρέπει να συγχέεται με την υποτίμηση. "Η απαξίωση έτσι όπως τη συναντάμε στην παθολογική επικοινωνία δεν έχει πλέον καμία σχέση με την αλήθεια ή την αναλήθεια του αυτοπροσδιορισμού κάποιου. Πολύ περισσότερο αρνείται την ανθρώπινη πραγματικότητά του ως συγγραφέα του ορισμού αυτού. (…) Με άλλα λόγια (…) η απαξίωση de facto λέει: >Δεν υπάρχεις<" (Schlippe, A. & J. Schweitzer, 2008)] και κάνουν ακόμα και την ψυχωτική συμπεριφορά κατανοητή ως "μοναδική δυνατή αντίδραση σε ένα παράλογο ή ανυπόφορο πλαίσιο". Από τη σκοπιά της θεωρίας της επικοινωνίας η σχιζοφρενική συμπεριφορά μπορεί να νοηθεί ως προσπάθεια αποφυγής ορισμού της σχέσης.

Αυτό το μοντέλο της επιστήμης της επικοινωνίας ενσωματώνεται στο 4ο κεφάλαιο στη συστημική θεωρία του Bertalanffy. Σύμφωνα με τους Watzlawick, Beavin & Jackson, η ανάδραση είναι η αφηρημένη αρχή με την οποία εξηγείται η ισορροπία των ενεργητικών και υλικά ανοιχτών συστημάτων -η ανάδραση νοούμενη ως πληροφορία, ως εισαγωγή δεδομένων στο σύστημα, η οποία εγγυάται την προσαρμογή του στο περιβάλλον του και συγχρόνως κάνει δυνατή την εσωτερική του σταθερότητα. Οι αρνητικές και οι θετικές αναδράσεις, δηλαδή οι αναδράσεις που ελαχιστοποιούν την απόκλιση και οι αναδράσεις που ενισχύουν την απόκλιση, οδηγούν σε ένα είδος σταθερής κατάστασης, την οποία οι συγγραφείς ονομάζουν ομοιόσταση, μια έννοια δανεική από την ιατρική.

Αυτό το συστημικό μοντέλο επικρίθηκε αργότερα ως υπερβολικά "τεχνικό", ως υπερβολικά προσανατολισμένο στην περιγραφή διαδικασιών ισορροπίας. Επιπλέον επικρίθηκε επειδή τρέφει την εντύπωση ότι υπάρχουν συστήματα που κάποιος εκτός ευρισκόμενος παρατηρητής θα μπορούσε να τα περιγράψει και να τα αλλάξει, αρκεί η περιγραφή να ανταποκρίνεται επαρκώς στην πολυπλοκότητα του συστήματος (βλ. Schlippe, A. & J. Schweitzer, 2008).

Οι συνέπειες για τη θεραπεία που περιγράφονται στο 6ο κεφάλαιο βασίζονται επίσης σε αυτές τις υποθέσεις (που επικρίθηκαν αργότερα). Οι θεραπευτικοί διπλοί δεσμοί που περιγράφονται εδώ ως προσπάθειες διακοπής των αναδραστικών βρόγχων του συστήματος είναι πάντα διασκεδαστικοί για τον αναγνώστη, όμως υποβάλουν υπερβολικά την ιδέα ότι η αλλαγή είναι εφικτή. Μπορούν να νοηθούν και ως η ύβρις που οι ίδιοι οι συγγραφείς περιγράφουν, ότι δηλαδή μπορούμε να κερδίσουμε ένα θεραπευτικό ή επικοινωνιακό παιχνίδι ή και να αλλάξουμε στοχευμένα ένα τέτοιο παιχνίδι.

Οι μεταγενέστερες θεωρίες που προέρχονταν από τη χημεία (σκεδαστικές δομές) και τη φυσική (θεωρία του χάους και συνεργετική) φαινόταν πιο κατάλληλες για να περιγράψουν τα οργανικά συστήματα και τις διαδικασίες αλλαγής τους. Το επιστημολογικό πλαίσιο που περιγράφεται από όλες αυτές τις θεωρίες καταλήγει στην υπόθεση του "μη γραμμικού επηρεασμού", δηλαδή της αδυναμίας καθοδηγητικών παρεμβάσεων. Αυτό οδήγησε κυρίως σε μια πιο σεμνή στάση των θεραπευτών. Η πίστη ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα συστήματα υποχώρησε.

Μια τέτοια σεμνότητα πάντως δείχνουν και οι συγγραφείς στον επίλογο: Σε τελική ανάλυση δεν μπορούμε να πούμε τι επιφέρει μια θεραπευτική αλλαγή. Ή σε άλλο σημείο: H εισαγωγή δεδομένων στο σύστημα είτε οδηγούσε σε αλλαγή είτε απορροφούνταν.

Αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι μένει λοιπόν από το βιβλίο αυτό σε σχέση με τη θεραπευτική δράση είναι η σημασία των αξιωμάτων, στα οποία γίνεται αναφορά σχεδόν σε όλες τις δημοσιεύσεις που έγιναν έκτοτε με θέμα την οικογενειακή θεραπεία ή τη διεξαγωγή συζητήσεων.

Η αλλαγή από την περιγραφή των συστημάτων στις σημασίες και τις σημασιοδοτήσεις

Με τη δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου βίωσα ένα δεύτερο επίπεδο κατανόησης και βρήκα διατυπωμένες τις βάσεις κάποιων μεταγενέστερων εξελίξεων: την εξέλιξη από την οικογενειακή θεραπεία στη συστημική-κονστρουκτιβιστική θεωρία, η οποία τελικά κατέληξε στη διατύπωση της κυβερνητικής 2ης τάξης [Η κυβερνητική 2ης τάξης βάζει στο προσκήνιο τον ίδιο τον περιγράφοντα/παρατηρητή ως μέρος του συστήματος].

Ήδη το παράδειγμα που περιγράφεται στην εισαγωγή του πρώτου κεφαλαίου για τις αγγλίδες που περιέγραφαν τους αμερικανούς στρατιώτες που στη διάρκεια του πολέμου στρατοπέδευαν στην Αγγλία ως "ορμητικούς" και για τους αμερικανούς στρατιώτες που μιλούσαν για τις αγγλίδες ως "σεξουαλικά εύκολα προσπελάσιμες" δείχνει πόσο σημαντικό είναι το πλαίσιο για την εκάστοτε σημασιοδότηση (βλ. Κεφ. 3). Ο αμφίπλευρος καταλογισμός γίνεται κατανοητός μόνο μέσα στο πλαίσιο της πολιτισμικά αποκλίνουσας συμπεριφοράς ζευγαρώματος. Το Κεφάλαιο 1 τελειώνει με τη διαπίστωση ότι έννοιες όπως "νορμάλ" και "μη νορμάλ" είναι σχετικές και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη στάση ή και αξιολόγηση του θεραπευτή ή ερευνητή.

Επίσης η αλλαγή από την ενέργεια στην πληροφορία ως εξηγητική αρχή της δυναμικής των κοινωνικών συστημάτων δείχνει ήδη προς την ίδια κατεύθυνση. Το σημείο αυτό περιγράφεται εύληπτα με την αναλογία του Gregory Bateson: Όταν κλωτσάμε μια πέτρα μεταφέρεται ενέργεια. Όταν κλωτσάμε έναν σκύλο μεταφέρεται πληροφορία. Η κλωτσιά είναι στην περίπτωση αυτή ένα μήνυμα για τον σκύλο. Και η αντίδρασή του εξαρτάται από την πληροφορία που ο ίδιος θα αντλήσει από αυτό.

Ο πυρήνας πάντως της "κονστρουκτιβιστικής καμπής", την οποία διατυπώνει το βιβλίο αυτό, είναι το θεωρητικό σχέδιο της στίξης. Τα άτομα τείνουν να βάζουν στίξεις στις σειρές των συμβάντων έτσι ώστε να προκύπτει ένας αξιόπιστος για τα ίδια κόσμος "βεβαιοτήτων". Αναπτύσσουν δομές [Οι δομές νοούνται ως δυναμικές ολότητες] γνώσης καθώς και δομές σχέσεων, οι οποίες αποτελούν τη βάση για την αμφίπλευρη ενίσχυση της συμπεριφοράς. Κάθε ένας από τους συμμετέχοντες κατανοεί τη δική του συμπεριφορά απλώς ως αντίδραση στη συμπεριφορά του άλλου. Αυτό "που νιώθουμε υποκειμενικά ως πραγματικότητα [είναι] το αποτέλεσμα των στίξεών μας":

"Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ότι οι συγκρούσεις γύρω από τις στίξεις έχουν σχέση με τη βαθιά μέσα μας ριζωμένη και συνήθως ακλόνητη πεποίθηση πως μόνο μια πραγματικότητα υπάρχει, δηλαδή ο κόσμος έτσι όπως τον βλέπω, και ότι κάθε άποψη περί πραγματικότητας που αποκλίνει από τη δική μου πρέπει να είναι μια απόδειξη για τον παραλογισμό του άλλου ή η κακοπροαίρετη εκ μέρους του παραποίηση των δεδομένων".

Στον επίλογο περιγράφεται για άλλη μια φορά ότι πραγματικότητα είναι η δομή που εμείς επιβάλλουμε στον κόσμο και έτσι μπορούν τελικά η επικοινωνία και η ύπαρξη να νοηθούν ως αδιαχώριστα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Στον τομέα της ανθρώπινης ύπαρξης συμπίπτουν το υποκείμενο και το αντικείμενο. Όλη η γνώση είναι το αποτέλεσμα μιας σημασιοδότησης ή και στίξης. Εδώ δεν είναι σημαντικό το τι συνιστά την κοσμοεικόνα, αρκεί αυτή να προσφέρει στον άνθρωπο ένα γεμάτο νόημα πρόταγμα για την ύπαρξή του. Οι άνθρωποι, έτσι λένε οι συγγραφείς με αναφορά στον Nietzsche, μπορούν να υπομείνουν πολλά, αρκεί να έχουν το >γιατί της ζωής< (προτάγματα 3ης τάξης). Συνεπώς η θεραπεία αποτελεί την αλλαγή αυτών των "προταγμάτων 3ης τάξης".

Τι μένει σε μένα που είμαι της πρακτικής εφαρμογής;

Για μένα η σημασία του βιβλίου αυτού στην τρίτη ανάγνωση ήταν οι έμμεσες βασικές υποθέσεις που περιέχει για την ικανότητα των ανθρώπων να αλλάζουν και να επιλέγουν καθώς και ο προσανατολισμός στα αποθέματα και η ανοιχτοσύνη των περιγραφών των ανθρώπων και του κόσμου.

Γι' αυτό και κλείνοντας, στο ερώτημα τι μου μένει από το βιβλίο αυτό σήμερα για την πρακτική μου δουλειά στη θεραπεία, την εποπτεία και το coaching θέλω να αναφέρω κατά κύριο λόγο τη βασική στάση του να προσαρμόζομαι κάθε φορά πολύ ειδικά στον κόσμο των πελατών μου, να συνδέομαι μαζί του, ώστε έτσι να προσφέρω καινούριες δυνατότητες στίξης, οι οποίες τελικά θα κάνουν δυνατή μια διαφορετική συμπεριφορά.

Πάντως στην πορεία των χρόνων η εφαρμογή της θεωρίας αυτής στη δουλειά μου έχει αλλάξει ουσιαστικά. Ενώ στην πρώτη φάση της ενασχόλησής μου με τη θεραπευτική δράση με απασχολούσε κατά κύριο λόγο το να διαμορφώνω υποθέσεις και να τις >επαληθεύω<, σήμερα αφήνομαι να με οδηγούν περισσότερο οι αφηγήσεις των πελατών μου. Ένα πρώτο βήμα κάθε συμβουλευτικής ή θεραπείας εξακολουθεί να είναι το να παρατηρώ και να περιγράφω τα τυπικά "επαναλαμβανόμενα" σχήματα και να αναδεικνύω κάθε φορά τη συνεισφορά των συμμετεχόντων στο παιχνίδι. Ο στόχος όμως δεν είναι πλέον να συνταγογραφήσω κάτι που να ταιριάζει, αλλά να περιγράψουμε από κοινού διαφορετικά το σχεσιακό συμβάν και να προσκαλέσω σε ένα παιχνίδι με εναλλακτικές.

Ιδιαίτερα σημαντικό εδώ είναι συχνά το ερώτημα ποια σημασία θα είχαν αυτά τα εναλλακτικά σχήματα συμπεριφοράς για τον εκάστοτε αυτοπροσδιορισμό των πελατών, αλλά και το ερώτημα ποια σημασία φαίνεται ότι εξακολουθεί να έχει και το μέχρι τώρα σχήμα για το σύστημα.

Βασικά με ενδιαφέρει να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο που θα κάνει δυνατές κάποιες διαφορετικές μορφές του >σχετίζεσθαι< καθώς και η συνδεόμενη με αυτό επικοινωνία για όσα αυτή δεν ήταν δυνατή μέχρι τώρα. Συνήθως τη διαδικασία συνιστά μια διαρκής αναπλαισίωση των "επινοήσεων του συστήματος για τον εαυτό του".

Τα συναισθήματα, στα οποία το βιβλίο δεν αναφέρεται καθόλου, μπορούν να ενταχθούν άκοπα στο οικοδόμημα που προσφέρει η θεωρία αυτή, όπως και η διάδραση με τον εαυτό.

Συνολικά σήμερα με αντιλαμβάνομαι στη δουλειά μου περισσότερο ως "ερευνητή" και "μεταφραστή", ο οποίος κάνει δυνατή την ισορροπία ανάμεσα στις εκάστοτε εσωτερικές ταινίες. Τη συνολική δουλειά μου συνιστά η γλωσσική λεπτοδουλειά με μικροδιαδικασίες ή και αποσπάσματα (διαδραστικά αποσπάσματα). Οι θεωρίες προσφέρουν απλώς το φόντο για μια λανθάνουσα διαδικασία αναζήτησης.

Μόλις όμως αρχίζω να πιστεύω στη θεωρία, καλό είναι να την αμφισβητήσω. Ή όπως λέει ο Max Frisch [(1997) Fragebogen. Frankfurt a. M.: Suhrkamp)]: "Αν κάνεις κάθε τόσο την ίδια εμπειρία με γυναίκες: σκέφτεσαι ότι αυτό οφείλεται στις γυναίκες, δηλαδή θεωρείς κατά συνέπεια τον εαυτό σου γνώστη των γυναικών;". Μόλις λοιπόν νομίζω ότι είμαι γνώστης του ανθρώπινου σχεσιακού συμβάντος πρέπει να αναρωτηθώ αν είμαι ακόμα αρκετά περίεργος.

Κανένα άλλο βιβλίο δεν με ανάγκασε να αναδιοργανώσω τόσο θεμελιακά τη μέχρι τότε αντίληψή μου. Γι' αυτό, το βιβλίο αυτό εξακολουθεί κατά τη γνώμη μου να αποτελεί υποχρεωτικό ανάγνωσμα ως εισαγωγή στη συστημική-κονστρουκτιβιστική θεωρία και θεραπεία ή και συμβουλευτική.

Ωστόσο τελικά δεν ήταν τα βιβλία αυτά που με εντυπωσίασαν με διάρκεια και με συγκίνησαν. Είναι οι άνθρωποι που τα έγραψαν. Έστω κι αν δεν τους γνωρίζω -αυτοί έκαναν τα βιβλία για μένα "αισθητά" και σημαντικά.

Η Ανθρώπινη επικοινωνία νιώθω ότι με προσκαλεί να χαμογελάσω, επειδή η θεωρία εξηγείται με πολλά παραδείγματα γεμάτα χιούμορ και ανθρωπιά.

Τάσος Ζήσης, Γενάρης 2015

 

 

 

© 2014 Συστημικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης