Log in


Bruner, J. Πράξεις νοήματος. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1997

Bruner, J. Πράξεις νοήματος. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1997.

Κάποια βιβλία στη βιβλιοθήκη μου διαφέρουν από τα άλλα: είναι εντελώς "διαλυμένα", γεμάτα με σημειώσεις και υπογραμμίσεις από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα, κάθε φορά με διαφορετικό χρώμα, πράγμα που σημαίνει ότι όχι μόνον έχουν διαβαστεί πολλές φορές, αλλά και ότι κάθε τόσο υπήρξαν αντικείμενο μελέτης. Έχουν επηρεάσει έντονα την οπτική μου για τον κόσμο, για την επίγνωση και για τα κοινωνικά συστήματα. Ένα από αυτά είναι οι Πράξεις νοήματος του Jerome Bruner.

 

Ο Bruner είναι μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Γεννήθηκε το 1915 στις ΗΠΑ και από το 1952 και μετά δίδαξε ως καθηγητής στο Χάρβαρντ, στην Οξφόρδη και στη Νέα Υόρκη. Πάντα τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα η ανθρώπινη σκέψη και η ανθρώπινη εξέλιξη. Θεωρείται ένας από τους πατέρες των γνωστικών επιστημών και πρωτοπόρος της "γνωστικής καμπής", η οποία ξεκίνησε στην ψυχολογία περίπου στα μέσα της δεκαετίας του '50. "… δεν είχαμε σκοπό να 'αναθεωρήσουμε' την ψυχολογία της συμπεριφοράς αλλά να την αντικαταστήσουμε" (σελ. 36). Από την κριτική προς την αποκλειστική επικέντρωση του κλασικού μπηχαβιορισμού στη συμπεριφορά και στα σχήματα ερεθίσματος-αντίδρασης γεννήθηκε την εποχή εκείνη το ενδιαφέρον για τη μελέτη των γνωστικών διεργασιών.

Στην πορεία των χρόνων ο Bruner έγινε ένας χαρακτηριστικός επικριτής της εξέλιξης που είχε η γνωστική ψυχολογία. Μέσα από την εισαγωγή της μεταφοράς του υπολογιστή, λέει ο ίδιος, έχασε η ψυχολογία τον χαρακτήρα της ως επιστήμη της νόησης: το νόημα αντικαταστάθηκε από την πληροφορία, ο νους από τον υπολογιστή. Αν όμως ο νους θεωρείται πλέον μόνον επεξεργαστής πληροφοριών, τότε η ψυχολογία δεν μπορεί να νοήσει τον νου ως δημιουργό νοήματος. Ένα από τα κεντρικά ενδιαφέροντα του Bruner, στο οποίο αφιέρωσε και το βιβλίο που παρουσιάζω εδώ, έγινε το να μπορέσει η ψυχολογία να ξαναβάλει τις έννοιες του νοήματος και της σημασίας στο επίκεντρο της αναζήτησής της. Η γνωστική επανάσταση, λέει η διάγνωση του Bruner, έχει εκτροχιαστεί: Η αρχική τάση έχει γίνει αποσπασματική και τεχνικίστικη. Η υπολογισιμότητα έχει γίνει το μοντέλο της νόησης. Η πληροφορία όμως είναι κάθε φορά αδιάφορη απέναντι σε κάθε είδους νόημα. Η επεξεργασία πληροφοριών χρειάζεται αυστηρό εκ των προτέρων προγραμματισμό και ακριβείς κανόνες:

Αποκλείει, επίσης, άτοπες ερωτήσεις του τύπου "Πώς είναι οργανωμένος ο κόσμος στο νου ενός μουσουλμάνου φονταμενταλιστή" ή "Σε τι διαφέρει η έννοια του Εαυτού στην Ομηρική Ελλάδα από αυτήν στο μετα-βιομηχανικό κόσμο;''. Αντίθετα, ευνοεί ερωτήσεις του τύπου: "Ποια είναι η καλύτερη στρατηγική για την παροχή πληροφοριών ελέγχου σ' ένα χειριστή, προκειμένου να εξασφαλίσει τη διατήρηση ενός οχήματος σε μια προκαθορισμένη τροχιά;" (σελ. 38)

Αντιστοίχως η εγκυρότητα των μοντέλων της γνωστικής ψυχολογίας μετριέται, ας πούμε, με το αν μπορούσε να τα προσομοιώσει ένα πρόγραμμα υπολογιστή ή όχι. Το συμπέρασμα του Bruner στο πρώτο μέρος του βιβλίου είναι: Η γνωστική επανάσταση πρόδωσε τον εαυτό της, πρόδωσε το νόημα. Το δικό του ενδιαφέρον είναι να οικοδομήσει μια επιστήμη της νόησης.

Παραδοσιακά η ψυχολογία θεωρούσε την κουλτούρα ως δεδομένη και περισσότερο ερευνούσε το πώς ένα άτομο υιοθετεί τη γλώσσα και την κουλτούρα. Αντιθέτως, οι επιδράσεις της χρήσης μιας γλώσσας πάνω στη "φύση" του ανθρώπου δεν έτυχαν σχεδόν καμίας προσοχής. Αντίθετα, ο Bruner βάζει την κουλτούρα στο επίκεντρο, αφού αυτή κατά τη γνώμη του παίζει έναν συντακτικό ρόλο για τη νόηση. Γι' αυτόν είμαστε ενσάρκωση μιας κουλτούρας, η γλώσσα δεν είναι εργαλείο της νόησης. Η νόηση πολύ περισσότερο αντανακλά τη συμμετοχή μας σε ένα πολιτισμικά χρωματισμένο σύστημα συμβόλων: Κατά τον Bruner, η κουλτούρα είναι συντακτική για τη νόηση. Γι' αυτόν οι άνθρωποι είναι ενσάρκωση μιας κουλτούρας: "… δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η ανθρώπινη φύση, ανεξάρτητα από την κουλτούρα" (σελ. 47). Αντίστοιχα σημαντικό είναι να ασχοληθούμε με τη λαϊκή ψυχολογία ως "εργαλείο της κουλτούρας":

Όλες οι κουλτούρες διαθέτουν σαν ένα από τα πιο ισχυρά συστατικά τους εργαλεία μια λαϊκή ψυχολογία, ένα σύνολο από λιγότερο ή περισσότερο συνδεδεμένες, λιγότερο ή περισσότερο τυπικές περιγραφές για το τι σόι πράγμα είναι τα ανθρώπινα όντα, για το πώς είναι ο δικός μας νους και αυτός των άλλων, για το πώς κανείς περιμένει ότι μπορεί να είναι η συγκεκριμένη πράξη, για το ποιοι είναι οι πιθανοί τρόποι ζωής και το πώς αφοσιώνεται κανείς σ' αυτούς, και τα λοιπά. Μαθαίνουμε τη λαϊκή ψυχολογία της κουλτούρας μας από νωρίς, τη μαθαίνουμε όπως μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε την ίδια τη γλώσσα μας και να πραγματοποιούμε τις διαπροσωπικές συναλλαγές που απαιτούνται στην καθημερινή ζωή (σελ. 75).

Ο Bruner ανατρέπει τη συνήθη οπτική: "Η αντίστροφη άποψη που προτείνω είναι ότι η κουλτούρα, και όχι η βιολογία, διαμορφώνει την ανθρώπινη ζωή και τον ανθρώπινο νου" (σελ. 74). Η βιολογική κληρονομιά του ανθρώπου επιδρά μόνον ως περιορισμός των δράσεών μας, ενώ οι κουλτούρες επινοούν εν γένει τεχνητά βοηθητικά μέσα που μας επιτρέπουν να ξεπερνάμε τα βιολογικά όρια.

Το νόημα, κατά τον Bruner, βρίσκεται στην καθημερινότητα με τη μορφή ιστοριών. Η οργανωτική αρχή της λαϊκής ψυχολογίας είναι αφηγηματικής και όχι λογικής ή κατηγορικής φύσης (σελ. 84). Ο Εαυτός δεν δημιουργείται μέσα από μια εσωτερική ιδιοσυστασία ανεξάρτητη από τον κοινωνικό κόσμο, αλλά από το βίωμα ενός κόσμου νοημάτων, εικόνων και κοινωνικών δεσμών, στους οποίους όλοι οι άνθρωποι είναι αναπόδραστα ενταγμένοι (σελ. 83). Συνεπώς δεν θα έπρεπε να μιλάμε για έναν μόνον, αλλά για περισσότερες δυνατές μορφές του Εαυτού, κάθε φορά σε σύνδεση με έναν Τωρινό Εαυτό.

Μέσα από τις αφηγήσεις μας, τις οποίες αναπτύσσουμε στην κοινότητα με τους άλλους, παράγουμε, κατά τον Bruner, έναν Εαυτό, τη συνείδηση ενός Εαυτού και τον διατηρούμε μέσω των αφηγήσεων. Εδώ φαίνονται οι γλωσσοφιλοσοφικές ρίζες του Bruner, ο οποίος θεωρείται εκπρόσωπος μιας αφηγηματικής προσέγγισης στην ψυχολογία. Η ανθρώπινη εμπειρία είναι αφηγηματική, οργανωμένη σε ιστορίες: "… αυτό που δεν δομείται σε αφηγηματική μορφή εντυπώνεται αποσπασματικά στη μνήμη" (σελ. 100). Η αφήγηση εδώ έχει εξειδικευτεί ώστε να δημιουργεί συνδέσεις ανάμεσα στο ασυνήθιστο και στο συνηθισμένο (σελ. 89):

Όταν παίρνει κανείς μια ασυνήθιστη απάντηση και ζητά διευκρινίσεις ρωτώντας, ο άνθρωπος που ερωτάται, διηγείται σχεδόν πάντα μια ιστορία που περιέχει την αιτία (…). Επιπλέον, η διηγούμενη ιστορία είναι σχεδόν πάντα μια περιγραφή ενός εφικτού κόσμου, μέσα στον οποίον παίρνει κάποιο "νόημα" η συγκεκριμένη εξαίρεση (…). Όλες οι ιστορίες (…) έχουν σκοπό να δώσουν νόημα στην ασυνήθιστη συμπεριφορά (…). Η λειτουργία της ιστορίας είναι να βρει μια προθετικότητα που μειώνει τη σπουδαιότητα ή, τουλάχιστον, κάνει κατανοητή μια παρέκκλιση από το κανονιστικό πολιτισμικό πρότυπο (σελ. 92).

Η αφήγηση, κατά τον Bruner, ασχολείται με το υλικό από το οποίο αποτελούνται η ανθρώπινη δράση και οι ανθρώπινες προθέσεις. Έτσι παρεμβάλλεται ανάμεσα στον κανονιστικό κόσμο της κουλτούρας και τον ιδιοσυγκρασιακό κόσμο των πεποιθήσεων, επιθυμιών και ελπίδων του καθενός (σελ. 95). "Καθιστά κατανοητό το δυσερμήνευτο, και αποκρούει το αλλόκοτο - εκτός κι αν αυτό το αλλόκοτο χρησιμεύει σαν μεταφορικό σχήμα" (σελ. 95). Οι αφηγηματικές δομές ενυπάρχουν στην πρακτική της κοινωνικής διάδρασης πριν ακόμα μπορέσουν να εκφραστούν γλωσσικά (σελ. 116).

Ενδιαφέρον έχουν οι λειτουργίες που καταλογίζει ο Bruner στις ιστορίες. Ξεχωρίζει δυο λειτουργίες των ιστοριών, η μια είναι η πλαισίωση ή σχηματοποίηση, η άλλη είναι η ρύθμιση του συναισθήματος. Η πλαισίωση (framing) εξυπηρετεί την κατασκευή ενός κόσμου και τον χαρακτηρισμό της ροής του, την διάκριση συμβάντων μέσα στον κόσμο αυτόν κλπ. Είναι δηλαδή η λειτουργία που αποδίδει νόημα και σημασία στα πράγματα που μας συναντάνε, ακριβώς που πλαισιώνει την εμπειρία:

Η πλαισίωση προωθεί το βίωμα στη μνήμη, όπου, όπως γνωρίζουμε από τις κλασικές μελέτες (…), τροποποιείται συστηματικά ώστε να προσαρμόζεται στις κανονιστικές παραστάσεις που λαμβάνουμε από τον κοινωνικό μας κόσμο, αν, όμως, το βίωμα δεν μπορεί να τροποποιηθεί μ' αυτόν τον τρόπο, είτε ξεχνιέται είτε τονίζεται μέσα στη μοναδικότητά του (σελ. 100).

Η πλαισίωση δηλαδή είναι μια κοινωνική διεργασία, η οποία κάνει δυνατό το να μοιραζόμαστε αναμνήσεις μέσα στα πλαίσια μιας κουλτούρας. Οι άνθρωποι μέσα σε μια κουλτούρα συμφωνούν γύρω από τον καταλογισμό νοήματος στα συμβάντα. Οι ιστορίες δεν αποδίδουν την πραγματικότητα, αλλά τη διαμορφώνουν ενεργητικά μέσα στο φόντο των προδιαγεγραμμένων σε μια κουλτούρα σχημάτων. Το δεύτερο αποτέλεσμα, αυτό της συναισθηματικής ρύθμισης, εξυπηρετεί τον καθησυχασμό: Τη στιγμή που περιβάλλουμε κάτι με τη μορφή μιας ιστορίας, που του δίνουμε νόημα, καθησυχάζουμε. Τα δυο αυτά αποτελέσματα στα μάτια του Bruner συνδέονται μεταξύ τους με μια διαπροσωπική διάσταση (σελ. 103). Έτσι θέλει να φτάσει σε μια συστημική άποψη της πολιτισμικής δημιουργίας του νοήματος (σελ. 111).

Μια αφήγηση χρειάζεται, αν θέλει να είναι δραστική, τέσσερα αποφασιστικά γραμματικά συστατικά:

• Πρώτον, χρειάζεται ένα μέσο για να βάλει στο προσκήνιο την ανθρώπινη δράση, δηλαδή μια σκόπιμη συμπεριφορά που καθοδηγείται από ανθρώπους δράστες.
• Δεύτερον, απαιτείται να παράγεται και να διατηρείται μια διαδοχική τάξη, δηλαδή τα συμβάντα και οι καταστάσεις να αποδίδονται γραμμικά με έναν τυποποιημένο τρόπο.
• Τρίτον, χρειάζεται μια αίσθηση για αυτό που είναι κανονικό, καθώς και για αυτό που παραβιάζει το κανονικό στην ανθρώπινη διάδραση.
• Τέλος η αφήγηση χρειάζεται κάτι σαν οπτική γωνία ενός αφηγητή, δεν μπορεί να είναι "χωρίς φωνή" (σελ. 124).

Σε μια έρευνα που αναφέρει ο Bruner, καταγράφηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα οι συζητήσεις ανάμεσα σε μητέρες και στα παιδιά τους προσχολικής ηλικίας σε μια εργατική συνοικία στην Αμερική. Σε έναν τέτοιο οικείο περίγυρο είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η ροή των ιστοριών που αναβιώνει τις καθημερινές εμπειρίες:

Κατά μέσο όρο, σε κάθε ώρα μαγνητοφωνημένης συζήτησης υπάρχουν 8,5 αφηγήσεις (…), από τις οποίες τα 3/4 προέρχονται από τις μητέρες. (…) Έχουν τη μορφή που συναντάμε συνήθως στον προφορικό λόγο ενός παιδιού, ως την ηλικία των τριών χρόνων: περιέχουν μια απλή κατατόπιση, μια γραμμική απεικόνιση μ' ένα συμβάν που επισπεύδει τη ροή της αφήγησης, μια κατάληξη και, μερικές φορές, έναν κανόνα που έρχεται σαν επίλογος (σελ. 130).

Η επίγνωση αυτή οδήγησε τον Bruner στο να μιλήσει για την πανταχού παρουσία των αφηγήσεων στον κόσμο των παιδιών και φυσικά και των ενηλίκων. Τα παιδιά μαθαίνουν στην οικογένειά τους γρήγορα ότι η δράση από μόνη της δεν αρκεί:

Η διήγηση της κατάλληλης ιστορίας και η τοποθέτηση των πράξεων και των επιθυμιών του σ' ένα πλαίσιο που τις καθιστά θεμιτές είναι πράγματα εξίσου σημαντικά. Το να πάρει κανείς αυτό που θέλει, πολύ συχνά σημαίνει τη δημιουργία της κατάλληλης ιστορίας (σελ. 134).

Για να φτιάξει το παιδί μια κατάλληλη ιστορία και άρα να μπορέσει να αντιμετωπίσει με επιτυχία, ας πούμε, την ιστορία του μικρότερου αδελφού, πρέπει να ξέρει πώς πρέπει να κατασκευάσει την κοινά αποδεκτή εκδοχή -έτσι οι ιστορίες συνδέονται άμεσα με την κουλτούρα: Η "κατάλληλη" ιστορία είναι αυτή που συνδέει τη δική του εκδοχή με κατάλληλη θερμοκρασία με την κανονική εκδοχή. Η αφήγηση ιστοριών λοιπόν είναι και ένα είδος ρητορικής. Τα μικρά παιδιά μαθαίνουν πώς να φλομώνουν, να ξεγελούν, να καλοπιάνουν ανθρώπους με τις αφηγήσεις τους και πώς να δικαιολογούν τις πράξεις τους και έτσι να πετυχαίνουν αυτά που θέλουν να πετύχουν χωρίς να έρχονται σε σύγκρουση με τους ανθρώπους που αγαπούν. Η αφήγηση λοιπόν δεν είναι μόνον ένα μέσο επεξήγησης των πραγμάτων, αλλά και ένα ρητορικό εργαλείο (σελ. 135).

Αν απομακρυνθούμε από την ιδέα ότι στις ιστορίες αναφέρονται αληθινά πράγματα, θα καταλήξουμε μάλλον στο ερώτημα ποιο είδος περιγραφής κάνει ένα πρόσωπο με μια ιστορία, πώς τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στην ιστορία και ποιό νόημα αποδίδει στην ιστορία αυτή για την καθημερινή ζωή του:

Η σύλληψη του καθημερινού "οικογενειακού δράματος" εμφανίζεται πρώτα με τη μορφή της πράξης. Το παιδί, όπως ήδη γνωρίζουμε, γρήγορα κατακτά τις γλωσσικές μορφές που του επιτρέπουν να αναφέρεται στις πράξεις και στις συνέπειές τους(…). Αμέσως μετά μαθαίνει ότι αυτό που κάνει κανείς επηρεάζεται σημαντικά από τον τρόπο με τον οποίο εξιστορεί αυτό που κάνει, αυτό που θα κάνει ή αυτό που έχει κάνει. Η αφήγηση μετατρέπεται όχι μόνο σε επεξηγηματική πράξη, αλλά και σε ρητορική. Για να διηγηθεί κανείς με τρόπο πειστικό αυτό που τον ενδιαφέρει, χρειάζεται όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και την κατάκτηση όλων των κανονικών μορφών της, εφόσον πρέπει κανείς να παρουσιάσει τις πράξεις του ως προέκταση του κανονικού, το οποίο μετασχηματίζεται με την παράθεση ελαφρυντικών στοιχείων (σελ. 135).

Έτσι "εισέρχεται (το παιδί) στην ανθρώπινη κουλτούρα" (σελ. 136), ένα "τοπίο της συνείδησης" προστίθεται στο "τοπίο της πράξης" μέσα στην αφήγηση (σελ. 140). Σε όποιον δεν έχει τον χρόνο να μελετήσει όλο το βιβλίο συνιστώ να ξεκινήσει από τη σελίδα 144, εδώ φτάνει ο Bruner στις, κατά τη γνώμη μου, κεντρικές του θέσεις. Λέει: "Το να ανήκει κανείς σε μια βιώσιμη κουλτούρα σημαίνει να είναι περιορισμένος σ' ένα σύνολο ιστοριών που συνδέονται μεταξύ τους, ακόμη κι αν δεν απηχούν μια κοινή συναίνεση" (σελ. 145). Μόνον η μετατροπή τους σε αφήγηση κάνει τα συμβάντα κατανοητά μέσα στα πλαίσια του συνηθισμένου, έστω κι αν αυτό που με τον τρόπο αυτόν γίνεται κατανοητό σε καμία περίπτωση δεν γίνεται και πιο αξιαγάπητο. Γι' αυτό στεκόμαστε συχνά τόσο αμήχανοι απέναντι σε συμβάντα που δεν μπορούμε να ταξινομήσουμε, που δεν μπορούμε, όπως λέει ο Bruner, να τα βάλουμε σε κανονικές συνάφειες. Απειλητικές για μια κουλτούρα είναι είτε οι βαθιές διαφωνίες γύρω από το τι αποτελεί το συνηθισμένο και το κανονικό στη ζωή, δηλαδή όταν όλο και περισσότερο η δυσπιστία αντικαθιστά την ερμηνεία όπως συμβαίνει στα απολυταρχικά καθεστώτα, είτε μια αυξανόμενη γραφειοκρατικοποίηση: "… όπου όλα εκτός από την επίσημη εκδοχή του τι συμβαίνει αποσιωπώνται ή παρεμποδίζονται" (σελ. 146). Τέλος υπάρχει και η κατάρρευση λόγω απλής εξάντλησης των αφηγηματικών πηγών μέσω της διαρκούς καταπίεσης στα αστικά γκέτο, στα παλαιστινιακά στρατόπεδα προσφύγων ή στα μαστιζόμενα από την πείνα χωριά της ζώνης του Σαχέλ. Φυσικά ούτε εκεί δεν υπάρχει απόλυτη απώλεια της ικανότητας να παίρνουν οι εμπειρίες τη μορφή ιστοριών, όμως η ιστορία με το χειρότερο σενάριο κρατάει τη ζωή τόσο γερά στο χέρι, ώστε οι όποιες παραλλαγές να μοιάζουν πλέον αδιανόητες.

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ασχολείται με τον "Εαυτό". Είναι προφανές ότι για τον Bruner δεν υπάρχει ένας Εαυτός με την κλασική έννοια, αντίστοιχα επιτίθεται ιδίως στην ψυχανάλυση, η οποία έκανε τον Εαυτό ένα πράγμα που υπάρχει πραγματικά. Δεν θα πρέπει να προσεγγίζουμε τον Εαυτό οντολογικά, αλλά διαδικαστικά, μέχρι και την ιδέα ότι είμαστε μια "αποικία από Πιθανούς Εαυτούς" (σελ. 150). Εδώ ο Bruner κινείται περισσότερο στο επίπεδο των ερωτημάτων παρά των απαντήσεων, συγχρόνως εδώ μπορούν να συνδεθούν ιδιαίτερα μαζί του οι συστημικές σκέψεις:

Δεν αποτελεί ο Εαυτός μια διαντιδραστική σχέση μεταξύ ενός ομιλητή και ενός Άλλου, και μάλιστα, ενός γενικευμένου Άλλου; Δεν αποτελεί έναν τρόπο για να πλαισιώσει κανείς τη συνείδησή του, τη θέση του, την ταυτότητά του, τη δέσμευσή του απέναντι σε κάποιον άλλο; Ο Εαυτός, μ' αυτήν την έννοια, είναι "εξαρτημένος από το διάλογο" (σελ. 151).

Ένα κατά την άποψή μου πολύ συμβατό με τη συστημική σκέψη θεωρητικό σχέδιο: Στην επαφή με κάθε άνθρωπο είμαστε κατά κάποιον τρόπο ένας διαφορετικός Εαυτός. Ίσως "ο καθαυτό άνθρωπος (να) γίνεται καλύτερα αντιληπτός … όχι ως ο αμιγής και διαρκής πυρήνας, αλλά (ως) το άθροισμα και το πλήθος των συμμετοχών" (σελ. 158). Όλες αυτές οι σκέψεις σημαίνουν για την ψυχολογία -κατά τη διάγνωση του Bruner- μετά τη "γνωστική επανάσταση" μια " επανάσταση της θεωρίας του πλαισίου" (σελ. 157).

Στη συνάφεια αυτή γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό να θέσουμε εκ νέου το ερώτημα για την αυτονομία και τις δυνατότητες της αλλαγής. Εδώ ο Bruner, με αναφορά στον Gergen, εισάγει δυο σημαντικές έννοιες. Ο αναστοχασμός είναι η ικανότητα του ανθρώπου να στρέφεται προς την κουλτούρα του και κυρίως προς το παρελθόν του και να αλλάζει το παρόν κάτω από το φως τους -ή και να αλλάζει το παρελθόν κάτω από το φως του παρόντος. "Ούτε το παρελθόν αλλά ούτε και το παρόν μένουν σταθερά μπροστά σ' αυτόν τον αναστοχασμό" (σελ. 161). Η δεύτερη είναι η "καταπληκτική διανοητική ικανότητά μας να οραματιζόμαστε εναλλακτικές λύσεις - να συλλαμβάνουμε άλλους τρόπους ύπαρξης, δράσης και προσπάθειας". Αυτό οδηγεί τον Bruner στην κεντρική του φράση: "Έτσι, παρόλο που μπορεί, κατά μια έννοια, να είμαστε >πλάσματα της ιστορίας<, είμαστε επίσης, κατά μια άλλη έννοια, αυτόνομοι δράστες" (σελ. 162).

Οι συνέπειες για τη θεραπεία είναι προφανείς: Δεν μας ενδιαφέρει να ξεθάψουμε και να αποκαλύψουμε μια ιστορία, αλλά να δημιουργήσουμε μια καινούρια αφήγηση. Αυτή πρέπει φυσικά να μείνει συνδεδεμένη με την εμπειρία του προσώπου. Δεν μας ενδιαφέρει να βρούμε μια ιστορική, αλλά μια αφηγηματική αλήθεια. Ο Εαυτός ως αφηγητής δημιουργεί μια αυτό-αφήγηση, στόχος της οποίας δεν είναι να συμφωνεί με μια κρυφή πραγματικότητα, αλλά να παραγάγει "εξωτερική και εσωτερική συνοχή, βιωσιμότητα και επάρκεια" (σελ. 165). Ο Bruner υιοθετεί τη θέση του Roy Schafer: "Ο Εαυτός αποτελεί μια διήγηση" (σελ. 165). Αντί να ψάχνουμε για την αληθινή ιστορία αρχίζουμε να ρωτάμε: "γιατί αυτή η ιστορία και όχι κάποια άλλη;" (σελ. 167). Συνεχίζοντας έτσι φτάνουμε και σε κριτικές κοινωνικές αναλύσεις:

Κι αυτά ακριβώς τα ερωτήματα είναι εκείνα που σύντομα οδήγησαν στην υποψία ότι οι "επίσημες" ή οι "επιβαλλόμενες" αντιλήψεις για τον Εαυτό μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εδραιώσουν τον πολιτικό ή δεσποτικό έλεγχο μιας ομάδας επάνω σε μια άλλη. Ακόμα και στη Δυτική κουλτούρα, μια πολύ έντονα ενεργητική, ανδροπρεπής άποψη για τον Εαυτό μπορεί, πραγματικά, να περιθωριοποιήσει τις γυναίκες κάνοντας τους Εαυτούς τους να μοιάζουν υποδεέστεροι. (…) οι αυτοβιογραφίες των γυναικών έχουν περιθωριοποιηθεί, εξαιτίας της υιοθέτησης ενός παν-αρσενικού προτύπου αυτοβιογραφικής γραφής (σελ. 167 κ.σ.).

Οι συνέπειες για την ψυχολογική έρευνα είναι επίσης εντυπωσιακές, αφού στη συνήθη συνέντευξη μάλλον διακόπτουμε τους ανθρώπους όταν αρχίζουν να αφηγούνται ιστορίες ενώ ειδικά αυτό είναι που μας κάνει ανθρώπους. "Προφανώς >η-ιστορία-μιας-ζωής< όπως λέγεται προς ένα συγκεκριμένο άτομο είναι, κατά μια βαθύτερη έννοια, ένα κοινό προϊόν αυτού που διηγείται και αυτού που ακούει" (σελ. 179). Ο Bruner αναφέρει ένα ερευνητικό πρόγραμμα όπου ακριβώς οι ιστορίες ήταν το αντικείμενό του. Οι ερωτήσεις είναι και για τη θεραπεία ενδιαφέρουσες:

"Πώς θα έλεγες ότι σε έβλεπαν οι γονείς σου σαν παιδί;" (…) "Υπήρχε κάτι στη ζωή σου που θα έλεγες ότι δεν σε χαρακτήριζε καθόλου;" ή: "Αν έπρεπε να περιγράψεις τη ζωή σου σαν ένα μυθιστόρημα ή ένα έργο ή μια ιστορία, με τι θα έλεγες ότι έμοιαζε περισσότερο;" (σελ. 180).

Στο συμπέρασμα του μικρού βιβλίου του ο Bruner διαπιστώνει πως είναι αδύνατο να δει τον Εαυτό ως έναν "πυρήνα της συνείδησης κλειδωμένο στο νου". Δεν μπορούμε να αποφύγουμε να τον αντιληφθούμε ως "διαπροσωπικά επιμερισμένο". Η ψυχολογία δεν μπορεί χωρίς την ερμηνεία, δεν υπάρχει μια έγκυρη και μοναδική "εξήγηση" του ανθρώπου, είτε βιολογική είτε άλλου είδους. Το βιβλίο τελειώνει με τη φράση: "… ακόμη και η πιο ισχυρή αιτιώδης εξήγηση της ανθρώπινης κατάστασης δεν μπορεί να είναι αληθοφανής, χωρίς να ερμηνευτεί κάτω από το φως του συμβολικού κόσμου που συγκροτεί την ανθρώπινη κουλτούρα" (σελ. 195).

Υπάρχουν κάποια βιβλία που μετά το διάβασμά τους μου ήταν αδύνατο να αντιληφθώ τον κόσμο όπως πριν. Αυτό το βιβλίο είναι ένα από αυτά.

Τάσος Ζήσης, Φλεβάρης 2015

© 2014 Συστημικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης