Log in


Wittgenstein, L.: Φιλοσοφικές έρευνες. Αθήνα: Παπαζήσης, 1977

Wittgenstein, L.: Φιλοσοφικές έρευνες. Αθήνα: Παπαζήσης, 1977

Η μύγα στην παγίδα - I destroy, I destroy …

Οι Φιλοσοφικές Έρευνες (ΦΕ) δημοσιεύτηκαν στην Οξφόρδη το 1953 (σε δυο γλώσσες, γλώσσα πρωτοτύπου τα γερμανικά) μετά τον θάνατο του συγγραφέα και ήταν το δεύτερο και τελευταίο φιλοσοφικό βιβλίο που ο Wittgenstein (1889 - 1951) ήθελε τη δημοσίευσή του [Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο Wittgenstein προέβλεπε για δημοσίευση μόνον το πρώτο μέρος του βιβλίου αυτού που ολοκληρώθηκε το 1945, ενώ το δεύτερο μέρος (από την περίοδο 1947-1949) ορίστηκε ως δεύτερο μέρος των ΦΕ από τους κληρονόμους του. Η ιστορία της έκδοσης αυτού του θεμελιώδους για την ιστορία της φιλοσοφίας έργου είναι εξοργιστική και δεν θα τη σχολιάσω. Στο μεταξύ υπάρχει μια πολύ καλή έκδοση του 2001 στα γερμανικά, η οποία παρουσιάζει την ιστορία της δημιουργίας του μαζί με όλες τις εικασίες των εκδοτών με επιμελητή έκδοσης τον Joachim Schulte από τις εκδόσεις Suhrkamp]. Όσο ζούσε ο Wittgenstein δημοσίευσε μόνον το περίφημο Tractatus (το 1921) και δυο άρθρα. Τα δυο αυτά βιβλία συνέδεσαν το όνομά του με δυο εν μέρει εντελώς διαφορετικά φιλοσοφικά ρεύματα του 20ου αιώνα, τον νεοθετικισμό του Κύκλου της Βιέννης και τη φιλοσοφία της καθημερινής γλώσσας, με την οποία προέβλεψε πολλά ερωτήματα και προβλήματα της γνωστικής ψυχολογίας και της ψυχολογίας της γλώσσας.

Όταν το 1977 μου χάρισαν την πρώτη γερμανική έκδοση των Φιλοσοφικών Ερευνών σε βιβλίο τσέπης, ακόμα δεν υποψιαζόμουν ότι το βιβλίο αυτό θα επιδρούσε σαν γροθιά σε όλα όσα είχα στο κεφάλι μου για τη γλώσσα και τον κόσμο. Από τότε με συνοδεύει ο τρόπος σκέψης που αναπτύσσεται στο βιβλίο καθώς και η μέθοδος θεραπευτικής φιλοσοφίας που εφαρμόζεται σ' αυτό. Πριν γίνει αυτό έπρεπε να μάθω να προσανατολίζομαι στα "σχεδιαγράμματα τοπίου" που σχεδίαζε ο Wittgenstein για το τοπίο της γλώσσας, ιδίως επειδή μπορούμε μόνο να μιλήσουμε για τη γλώσσα αναγκαστικά χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και συνεπώς ο χάρτης και το τοπίο είναι ταυτόσημα. Μόνον αργότερα κατάλαβα -ή πίστευα ότι κατάλαβα- τι εννοούσε ο Wittgenstein όταν έγραφε πως στη φιλοσοφία πρώτος φτάνει στον στόχο ο πιο αργός. Στο ερώτημα "Ποιος είναι ο σκοπός σου στη φιλοσοφία;" απαντάει: "Να δείξω στη μύγα τη διέξοδο από την παγίδα" (ΦΕ § 309). Χρειάζεται αρκετός χρόνος μέχρι να συνδεθεί κάποιος με τις μεταφορές του, μέχρι να κατανοήσει τις κατά καιρούς διαταρακτικές και καταστροφικές παρομοιώσεις του. Όταν κάποια στιγμή τα καταφέρει, ανοίγεται μια εντελώς διαφορετική, φρέσκια και ενίοτε μαγευτική ματιά προς τη γλώσσα, τη γνώση και την επικοινωνία.

Όταν διάβασα τότε -φιλοσοφικά ακόμα σχετικά αμόρφωτος- τον πρόλογο των ΦΕ ένιωσα γοητευμένος και σαν να με είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα ταυτόχρονα. Αυτήν τη σαγηνευτική σαφήνεια, αυτήν την αδιάφθορη ειλικρίνεια απέναντι στις δικές του ιδέες που στο μεταξύ είχε απορρίψει σε συνδυασμό με μια απίστευτη σεμνότητα, μπορεί να εκφράσει μόνον κάποιος που σε ολόκληρη τη ζωή του αναζητούσε και ζούσε την αλήθεια. Το βιβλίο, το οποίο μόνο μετά από δυο χρόνια άρχισα να διαβάζω συστηματικά, επιβεβαίωσε αυτήν την πρώτη εντύπωση.

Στο τέλος του προλόγου ο Wittgenstein γράφει: "Δεν θα ήθελα, με τούτο μου το γραφτό, να απαλλάξω τους άλλους από τον κόπο της σκέψης. Αλλά μονάχα, αν ήταν δυνατό, να παρακινήσω μερικούς να σκεφτούν μοναχοί τους".

Από τη σκέψη πραγματικά δεν απαλλάσσει εμάς τους αναγνώστες, αντιθέτως, με τον τρόπο του να ρωτάει μας παρακινεί απεριόριστα, ίσως ειδικά επειδή κάποια χωρία πέφτουν σαν τσεκούρι πάνω σε γερά ριζωμένες πεποιθήσεις. Είχε μια αδυναμία στην καταστροφική σκέψη, την οποία έκανε δημιουργική μέσα από στρατηγικές αποδόμησης και έτσι ανέπτυξε την εντελώς δική του φιλοσοφία. Τα ρητά του Shakespeare που ήθελε να προτάξει στις ΦΕ το μαρτυρούν αυτό: "I destroy, I destroy …" και "I'll teach you differences …".

Ο Wittgenstein επινοεί γνωστικά πειράματα για να κάνει σαφείς τις δικές μας άρρητες προ-υποθέσεις για την κατανόηση της πραγματικότητάς μας και μετατοπίζει ή καταστρέφει παγιωμένες τροχιές της σκέψης. Δεν είμαι σε θέση να παρουσιάσω εδώ κατάλληλα σε λίγες σελίδες αυτό το αριστούργημα της ιστορίας της φιλοσοφίας. Θέλω μόνο να αναφερθώ σε κάποιες πλευρές που έχουν δώσει στη φιλοσοφία (όπως και στη γνωστική ψυχολογία και στην ψυχολογία της γλώσσας, στη γλωσσολογία, στην ψυχογλωσσολογία κλπ.) του 20ου αιώνα μεγάλους καρπούς και που είναι εξαιρετικά σημαντικές για μια συστημική κατανόηση της γλώσσας και της επικοινωνίας.

Linguistic turn

Οι ΦΕ έγιναν η Βίβλος του λεγόμενου linguistic turn, το οποίο πάντως ο Wittgenstein είχε εισάγει ήδη από το Tractatus. Ήδη εκεί είχε γράψει μια φράση που ακόμα ήταν προγραμματική σε σχέση με τις ΦΕ: "Στη φιλοσοφία η ερώτηση: "Για ποιο σκοπό χρησιμοποιούμε πραγματικά τη δείνα λέξη, τη δείνα πρόταση;" οδηγεί πάντα σε πολύτιμες θεωρήσεις" (6.211). Η μεταφορά του linguistic turn χαρακτηρίζει μια μετατόπιση της εστίασης μακριά από τη γνωσιοθεωρία και πιο κοντά στη γλώσσα γύρω από τα φαινόμενα. Γνωρίζουμε κάτι για τα φαινόμενα αν στραφούμε στη γλώσσα γύρω από τα φαινόμενα. Για ποιά πράγματα μπορούμε να μιλήσουμε;

Για τα πάντα, για το Όλον, για τον Θεό και τον κόσμο; Πώς μπορούμε χρησιμοποιώντας γλωσσικά σημεία να αναφερθούμε σε μη γλωσσικά πράγματα; Πώς πρέπει να μιλάμε για να έχουν τα λόγια μας σημασία και οι φράσεις μας νόημα; Πώς μπορούμε να περιγράψουμε την πραγματικότητα έτσι ώστε να έχουμε αληθινές δηλώσεις για τον κόσμο;

Όλα αυτά τα ερωτήματα τα έθεταν κάθε τόσο, όμως κανένας φιλόσοφος πριν από τον Wittgenstein δεν τα εστίασε τόσο στη γλώσσα ως το "μεταφορικό μέσο της σκέψης" (ΦΕ § 329) και δεν πέρασε από τις ερωτήσεις για το Τι στις ερωτήσεις για το Πώς. Οι φιλοσοφικά ουσιώδεις απορίες, όπως π.χ. η περίφημη απορία του Πιλάτου: Τι είναι αλήθεια; είναι από την οπτική γωνία του Wittgenstein αποπροσανατολιστικές, κάνουν μάγια στη νόησή μας, μεταξύ άλλων και επειδή προϋποθέτουν ότι υπάρχει ένα (αχρονικό) αντικείμενο αναφοράς στο οποίο αναφέρεται η λέξη. Αντί αυτών θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε: Πώς ή και προς τι χρησιμοποιείται το κατηγορούμενο "χ" σε ποια πλαίσια (γι' αυτά θα εισαγάγει τον όρο γλωσσικό παιχνίδι); Το ερώτημα αυτό είναι ερώτημα για τους κανόνες που καθοδηγούν τη χρήση της γλώσσας και για τη χρησιμότητα, τη λειτουργία, την επίδραση στην ανθρώπινη κοινωνία. Έτσι διαλύεται ο κλασικός δυϊσμός: από δω η γλώσσα - από κει η πραγματικότητα (κόσμος), η γλώσσα γίνεται δράση. Αυτή γίνεται η κεντρική οπτική από την οποία αναλύεται στις ΦΕ η πραγματική χρήση της γλώσσας. Η λογική της καθημερινής γλώσσας, στις ΦΕ ο Wittgenstein την ονομάζει και γραμματική, λειτουργεί σαν γυαλιά της σκέψης, τα οποία υποτίθεται ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε: "Η ιδέα μοιάζει σαν τα γυαλιά πάνω στη μύτη μας, και ότι κοιτάξουμε το βλέπουμε μέσα από αυτά" (ΦΕ § 103). Ο Wittgenstein απομακρύνεται από την παλαιότερη ιδέα του ότι μόνο μια αληθινή γλώσσα θα μπορούσε να υπάρξει μέσω της οποίας βλέπουμε τον κόσμο σωστά. Συνεπώς αργότερα μιλάει και για τις λογικές ή και γραμματικές στον πληθυντικό και δείχνει πώς είναι αυτές αγκιστρωμένες πολιτισμικά και κοινωνικά. Έτσι η γλώσσα γίνεται έκφραση μιας ορισμένης, ιστορικά-συγκυριακής μορφής ζωής (Fischer, H. R. (1991). Sprache und Lebensform. Wittgenstein über Freud und die Geisteskrankheit. Monographien zur philosophischen Forschung. Heidelberg: Carl-Auer). Έτσι αποποιήθηκε την πίστη προς τη δυνατότητα μιας μετα-θέσης (1931) και έδωσε στις μεταμοντέρνες φιλοσοφίες ένα μέτρο για τον πλουραλισμό. Όλα τα κατανοούμε μόνο σε σχέση με το δικό μας σύστημα αναφοράς, μέσα από το οποίο έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε, να μιλάμε και να δρούμε. Τίποτα δεν το κατανοούμε απολύτως. Για μας τους κοινούς θνητούς είναι αδύνατο να έχουμε ένα God's eye view.

Οι σκέψεις του Wittgenstein είναι ένα μεγάλο απόθεμα για να κατανοούμε ξένες κουλτούρες, την τρέλα και το Άλλο της λογικής. Αυτό το ίχνος ακολούθησα στα τέλη της δεκαετίας του '70 για να προσεγγίσω το φαινόμενο της τρέλας από μια γλωσσοφιλοσοφική οπτική. Αργότερα δημοσιεύτηκαν προς έκπληξή μου χειρόγραφα στα οποία ο Wittgenstein ασχολούνταν εντατικά και κριτικά όχι μόνο με τον Freud, αλλά εκτενώς και με ζητήματα των ψυχικών ασθενειών και με τη γλώσσα της τρέλας (den Haese, J. & Nivette, J. (eds.) Proceedings, AILA Brussels 1984).

Το 1938 γράφει στο σημειωματάριό του:

Η ιδέα του Freud: Η κλειδαριά στην τρέλα δεν είναι κατεστραμμένη, απλώς αλλαγμένη. Το παλιό κλειδί δεν μπορεί πια να την ξεκλειδώσει, αλλά ένα διαφορετικά διαμορφωμένο κλειδί θα μπορούσε (Wittgenstein, L. (2000). Πολιτισμός και αξίες. Αθήνα: Εκδ. Καρδαμίτσα).

Μπορεί να ανακατασκευαστεί ένα κλειδί για την τρέλα από τις πολλές παρατηρήσεις και από την αντίληψη του Wittgenstein για τη γλώσσα; Ο Alfred Lorenzer ήταν ο πρώτος που με αναφορά στις ΦΕ του Wittgenstein προσπάθησε να τεκμηριώσει μεταθεωρητικά την ψυχανάλυση (μεταξύ άλλων στο Sprachzerstörung und Rekonstruktion, 1970). Μέσα από τις διεγερτικές εργασίες του Lorenzer οδηγήθηκα σε ερωτήματα που με οδήγησαν το 1980 για πρώτη φορά σε επαφή με τη συστημική θεραπεία (με τον Helm Stierlin) στη Χαϊδελβέργη. Συνεπαρμένος από το στυλ σκέψης του Wittgenstein και από την αντίληψή του για τη γλώσσα αναζήτησα εκεί το κλειδί για την κατανόηση της σχιζοφρενικής επικοινωνίας και γνωστικής λειτουργίας.

Ο μύθος της σημασίας - Τα σημεία ζουν από τη χρήση τους

Ο Wittgenstein εξετάζει τους χάρτες της σκέψης μας, δηλαδή τους κανόνες αυτού που σκεφτόμαστε, που λέμε, που ξέρουμε, που ονομάζουμε αλήθεια κλπ. Στο επίκεντρο βρίσκεται η σχέση ανάμεσα στον χάρτη (γλώσσα) και το τοπίο (κόσμος) καθώς και το ερώτημα πώς είναι δυνατό να μπορούμε μέσω της γλώσσας να πούμε κάτι για την πραγματικότητα.

Επειδή πρέπει να κατανοήσουμε τον κόσμο και τη γλώσσα αναγκαστικά μέσω εννοιών, οι φιλοσοφικές έρευνες είναι κατά κύριο λόγο εννοιολογικές έρευνες. Η φιλοσοφική σύγχυση δημιουργείται όταν συγχέουμε τις εννοιολογικές δηλώσεις με τις αντικειμενικές. Πιστεύουμε ότι μιλάμε για το τοπίο, ενώ πραγματικά μιλάμε για τον χάρτη που σκοπό έχει να μας προσανατολίσει στο τοπίο. Σ' αυτήν τη λογική διαφορά εστιάζει ο Wittgenstein καθώς και στην κεντρική έννοια που σκοπό έχει να συνδέσει τη γλώσσα με την πραγματικότητα, στην έννοια της σημασίας. Ρωτάει, για να αναδείξει εδώ τη διαφορά, για τη σημασία της έννοιας της "σημασίας". Η καθημερινή γλώσσα γίνεται εδώ αναγκαστικά μετα-γλώσσα για να διακρίνει το αντικειμενικό, εδώ τη σημασία της "σημασίας", από την έννοια της "σημασίας" και τη λογική της.

Τι συμβαίνει όταν συγχέουμε αυτά τα λογικά επίπεδα μας το λέει εύστοχα ως εξής: "Στο πράγμα αποδίνουμε ως κατηγόρημα αυτό που βρίσκεται μέσα στον τρόπο παράστασής του" (ΦΕ § 104). Ή "Νομίζει κανείς πως ακολουθεί τη φύση ενώ απλά και μόνο διατρέχει το πλαίσιο της μορφής μέσα από την οποία την κοιτάμε" (ΦΕ § 114). Εδώ γίνεται ορατή η μεταφορά των γυαλιών της σκέψης: Η γραμματική (ως μορφή παράστασης) των εννοιών μας είναι εκείνα τα γυαλιά της σκέψης μέσα από τα οποία κοιτάζουμε τον κόσμο. Χωρίς αυτά δεν μπορούμε να περιγράψουμε τον κόσμο. Τι είναι λοιπόν η σημασία;

Ο Wittgenstein καταπιάνεται με τις συνήθεις σημασιολογικές θεωρίες (και με τη δική του) και τις ρευστοποιεί. Και μάλλον παρεμπιπτόντως διατυπώνει μετά τη θέση που αποτέλεσε επανάσταση στη γλωσσοφιλοσοφία και τη σημειολογία του 20ου αιώνα.

Για μια μεγάλη κλάση περιπτώσεων -μολονότι όχι για όλες τις περιπτώσεις- όπου τη μεταχειριζόμαστε, η λέξη "σημασία" μπορεί να οριστεί έτσι: η σημασία μιας λέξης είναι η χρήση της μέσα στη γλώσσα (ΦΕ § 43).

Η σημασία δεν είναι τίποτα το σταθερό το οποίο θα μπορούσαμε να δείξουμε ή που υπάρχει μέσα στα κεφάλια μας (σαν σκέψη), ούτε και μπορεί να καθοριστεί όπως μας κάνουν να νομίζουμε τα ερμηνευτικά λεξικά. Η γλώσσα μάλιστα υπόκειται σε διαρκή αλλαγή, καινούριες λέξεις δημιουργούνται, παλιές ξεχνιούνται.

Μια λέξη αποκτά τη σημασία της μέσα από την ανθρώπινη χρήση της μέσα στο γλωσσικό παιχνίδι. Συνεπώς η σημασία γίνεται κάτι το ενυπάρχον στη γλώσσα και η ιδέα ότι είναι κάποια εξωγλωσσική οντότητα (ΦΕ 30, 43) αποδεικνύεται μύθος. "Κάθε σημάδι μόνο του μοιάζει νεκρό. Τι του δίνει ζωή; - Αυτό ζει στη χρήση" (ΦΕ § 432).

Γλωσσικά παιχνίδια: Συστήματα ανθρώπινης συνεννόησης

Ο Wittgenstein συγκρίνει τη γλώσσα με παιχνίδι και εισάγει την, αποφασιστική για την ύστερη φιλοσοφία του, έννοια του "γλωσσικού παιχνιδιού". Τι φωτίζει η σύγκριση της γλώσσας με παιχνίδι;

Οι λέξεις λειτουργούν σαν τα πιόνια στο σκάκι. Τι συνιστά τη σημασία π.χ. της λέξης "άλογο"; Οι κανόνες χρήσης για τη χρησιμοποίηση των λέξεων. Οι κανόνες καθορίζουν τον λογικό τόπο της λέξης μέσα στο παιχνίδι και διαφέρουν από γλωσσικό παιχνίδι σε γλωσσικό παιχνίδι: Στέκομαι μπροστά σε μια μάντρα και μιλάω για άλογα ή παίζω σκάκι και κάνω επίθεση με το "άλογό" μου;

Η κίνηση των πιονιών, των λέξεων, περιορίζεται από κανόνες. Αυτοί αποκλείουν ορισμένες κινήσεις στο παιχνίδι και περιορίζουν το εύρος των δυνατών κινήσεων όπως και οι γλωσσικοί κανόνες τον χώρο των φράσεων με νόημα. Θυμάμαι κάποιες ειρωνικές δηλώσεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν τέτοιους κανόνες ή και την παραβίαση των κανόνων, όπως: "Στην ξερή δεν υπάρχει πέναλτι". Αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρά ότι στο γλωσσικό παιχνίδι "ξερή" η λέξη "πέναλτι" δεν βρίσκει κάποια χρήση με νόημα, εκτός αν πρόκειται για αστείο.

Οι κανόνες του παιχνιδιού ή και της γλώσσας δεν καθρεφτίζουν οποιαδήποτε πραγματικότητα πέρα από το παιχνίδι, αλλά μια ανθρώπινη κοινωνική πρακτική. "Θα ονομάσω επίσης "γλωσσικό παιχνίδι" το σύνολο που αποτελείται από τη γλώσσα και τις δραστηριότητες με τις οποίες είναι συνυφασμένη" (ΦΕ § 7). Το να μιλάς μια γλώσσα είναι μια ανθρώπινη δραστηριότητα. Η ομιλία είναι μια δράση που καθοδηγείται από κανόνες. Οι κανόνες του παιχνιδιού αποτελούν τη λογική του εκάστοτε παιχνιδιού και αυτήν την τοπική λογική ο Wittgenstein την ονομάζει γραμματική.

Οι αναλύσεις του Wittgenstein ισχύουν και για την ίδια την έννοια του γλωσσικού παιχνιδιού. Αυτή έχει μια διπλή λειτουργία: μια μεθοδική και μια μεθοδολογική. Η μεθοδολογική λειτουργία του γλωσσικού παιχνιδιού είναι αυτή ενός τρόπου θέασης, ενός point of view ή ενός είδους θέασης (συνώνυμα στον Wittgenstein), μέσω του οποίου μπορούμε να παρατηρήσουμε τη γλώσσα. Να κατανοήσουμε τη γλώσσα ως παιχνίδι, το οποίο διεξάγεται σύμφωνα με ορισμένους κανόνες. Το "γλωσσικό παιχνίδι" γίνεται τα εννοιολογικά γυαλιά μέσω των οποίων παρατηρούμε τη γλώσσα. Η κατηγορική προσταγή αυτής της θέασης λέει: Να κοιτάζεις το Όλον, να βλέπεις πιο πέρα από σένα, να λαμβάνεις υπόψη σου το πλαίσιο, την ιστορία μέσα στην οποία εκφράζεται μια φράση, μια λέξη, μόνο μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο έχουν τα λόγια μας σημασία και οι φράσεις μας νόημα!

Τα γλωσσικά παιχνίδια πρέπει να τα κατανοήσουμε ως συστήματα σημασιών που μοιραζόμαστε διϋποκειμενικά, επίσης αποτελούν και συστήματα συμπεριφορών που μοιραζόμαστε. Μόνο μέσα στα γλωσσικά παιχνίδια αποκτούν οι μεμονωμένες λέξεις, φράσεις και συμπεριφορές τη σημασία ή και το νόημά τους -σε αλληλεξάρτηση.

Δίπλα σ' αυτήν έχουμε και τη μεθοδική λειτουργία της έννοιας του γλωσσικού παιχνιδιού ως μέσο για το ξεκαθάρισμα των σημασιών. Με την έννοια αυτήν μπορούμε να πάρουμε μια οποιαδήποτε λέξη για να ξεκαθαρίσουμε τη χρήση της, τη γραμματική της και τη σημασία της. Μετά μπορούμε να πούμε: Βλέπω το γλωσσικό παιχνίδι που παίζεται με τη λέξη "χ". Στις ΦΕ ο Wittgenstein επικεντρώνεται φυσικά σε φιλοσοφικά και ψυχολογικά ενδιαφέρουσες λέξεις όπως το "Εγώ" ή τις δυσοίωνες "εσωτερικές καταστάσεις" που αποτελούν τα συναισθήματά μας (πόνος, φόβος, αγάπη κ.ά.).

Τα ερωτήματα της οντολογίας (Τι υπάρχει;) γίνονται υπόθεση της γραμματικής: "Τι είδος αντικείμενο είναι κάτι, αυτό το λέει η γραμματική" (ΦΕ § 373).

Γυαλιά της σκέψης στην επιστήμη

Η κονστρουκτιβιστική σημασιολογία του Wittgenstein μας επιτρέπει να διερευνούμε το νόημα και τη σημασία των γλωσσικών παιχνιδιών που παίζονται πραγματικά στη φιλοσοφία, στην επιστήμη, αλλά και σε μια οικογένεια, σε μια σχέση ζευγαριού ή σε άλλα κοινωνικά συστήματα.

Όποιος θέλει να μάθει τι είναι η σχιζοφρένεια ας κοιτάξει στη γραμματική του DSM-IV ή του ICD-10 και τότε θα του γίνει ξεκάθαρο ποιοι κανόνες καθορίζουν τη χρήση των εννοιών. Ένα παράδειγμα από την ψυχιατρική γραμματική μπορεί να φωτίσει την οπτική γωνία του Wittgenstein.

Μαζί με έναν συνάδελφο βλέπαμε το 1990 σε οικογενειακή θεραπεία έναν ασθενή (23 ετών) με "Morbus Bleuler" (σχιζοφρένεια) -έτσι έγραφε η διάγνωση στο παραπεμπτικό του ψυχιάτρου. Μετά από την 3η θεραπευτική συνεδρία ο ασθενής έδινε μια εμφανώς καλή εντύπωση χωρίς συμπτώματα. Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είχε αρνηθεί να του κάνει ο ψυχίατρος την ένεση depot. Ο παρατηρητικός συνάδελφος ψυχίατρος πρόσεξε την αλλαγή στον ασθενή και στο επόμενο παραπεμπτικό σημείωμα -είχε περάσει ένα 4μηνο από το προηγούμενο- αναθεώρησε τη διάγνωση σε "Ψευδο-Morbus Bleuler". Τι είχε συμβεί; Η ιδέα ότι η σχιζοφρένεια "είναι" ανίατη (έτσι έλεγε η θεωρία τότε) κάθεται σαν γυαλιά πάνω στη μύτη του ψυχιάτρου και ότι βλέπει το βλέπει μέσα από αυτά και πιστεύει "ότι ακολουθεί τη φύση" -ενώ απλώς και μόνο διατρέχει το πλαίσιο της μορφής μέσα από την οποία κοιτάζει τη φύση. Η λογική (κυκλική) συνέπεια είναι: όταν ένας ασθενής με διάγνωση σχιζοφρένειας εξελίσσεται προς την κατεύθυνση της ίασης, τότε δεν μπορεί να ήταν σχιζοφρένεια. Το "η σχιζοφρένεια είναι ανίατη" δεν είναι λοιπόν μια εμπειρική δήλωση, αλλά μια γραμματική, η οποία ρυθμίζει τη χρήση της έννοιας "σχιζοφρένεια". Ο μαύρος κύκνος δεν μπορεί να είναι κύκνος, αλλιώς θα ήταν άσπρος. Το "δεν μπορεί" είναι λογικό, όχι εμπειρικό και άρα έχουμε μπροστά μας μια κλασική κυκλική πλάνη. Ο συνάδελφος προτίμησε να αποδώσει στον εαυτό του μια λανθασμένη διάγνωση παρά να αμφιβάλλει για τη θεωρία (γραμματική) του πάνω στην οποία βασίστηκε η αξιολόγησή του. Τα ίδια κάνουν και κάποιοι συστημικοί. Οι ΦΕ αποτελούν μια καλή θεραπεία γι' αυτό.

Φτάνω σε ένα τελευταίο σημείο, το οποίο -μαζί με τη γραμματική των συναισθημάτων στην οποία δεν θα επεκταθώ εδώ- είναι ψυχολογικά και θεραπευτικά εξαιρετικά σημαντικό.

Οικογενειακή ομοιότητα - αοριστία

Αν για τον πρώιμο ακόμα Wittgenstein η ασάφεια ήταν το κύριο πρόβλημα της καθημερινής μας γλώσσας, στις ΦΕ βλέπει σε πολλές έννοιες μια συστηματική ασάφεια, η οποία καταρχήν δεν μπορεί να παραμεριστεί. Και οι πιο σημαντικές έννοιες στην ψυχολογία χαρακτηρίζονται από μια τέτοια ασάφεια. Ο Wittgenstein ρωτάει τι κοινό έχουν όλες οι διεργασίες που τις ονομάζουμε παιχνίδια (με χαρτιά, με μπάλα, αγωνιστικά κλπ.).

Μη λες: "Πρέπει να έχουν κάτι κοινό, αλλιώτικα δεν θα τα λέγαμε 'παιχνίδια'", αλλά κοίτα να δεις αν έχουν κάτι κοινό. - Γιατί αν τα κοιτάξεις, δεν θα δεις κάτι που είναι κοινό σε όλα, αλλά θα δεις ομοιότητες, συγγένειες, και μάλιστα μια ολόκληρη σειρά. Επαναλαμβάνω: Μη σκέφτεσαι, αλλά κοίτα! (…) Δεν βρίσκω καλύτερο χαρακτηρισμό γι' αυτές τις ομοιότητες από τις λέξεις "οικογενειακές ομοιότητες": γιατί με τον ίδιο τρόπο διασταυρώνονται και μπαίνουν η μια στα όρια της άλλης οι διάφορες ομοιότητες ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας: διάπλαση, χαρακτηριστικά του προσώπου, χρώμα των ματιών, βάδισμα, ιδιοσυγκρασία κτλ. - Και θα λέω: τα 'παιχνίδια' αποτελούν μιαν οικογένεια (ΦΕ § 66, 67)

Με την έννοια της οικογενειακής ομοιότητας ο Wittgenstein συνοψίζει το φαινόμενο ότι στις περισσότερες έννοιες δεν υπάρχει κάποια "κοινή ουσία" για όλα τα δυνατά παραδείγματα χρήσης τους, δηλαδή τα γλωσσικά παιχνίδια με τις έννοιες αυτές. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει κάποιο κριτήριο ταυτότητας. Η αοριστία και η ασάφεια ανήκουν στη γλώσσα μας όπως επίσης η μονοσημία είναι ένας μύθος που έχει μπάσει στη σκέψη μας η λογική της ταυτότητας. Αν συνεχίσουμε τη σκέψη αυτή μέχρι την ψυχολογία (ή την ψυχιατρική) θα αναγνωρίσουμε ότι οι περισσότερες έννοιες είναι έννοιες με οικογενειακή ομοιότητα, ότι τα όρια μεταξύ τους είναι ρευστά και ότι παρ' όλα αυτά λειτουργούν. Αν πάμε στο παλιό γνωστό μας "Εγώ" [Fischer, H. R. (Hrsg.) (1989). L. Wittgenstein. Supplemente zum hundertsten Geburtstag. Köln: Janus Wissenschaft] θα δούμε ότι δεν υπάρχει τίποτα (καμία "οντότητα") που θα μπορούσε να ορίσει την ταυτότητά του, τον πυρήνα του. Ποιος λοιπόν είμαι Εγώ αν δεν μπορεί να υπάρχει ένας τέτοιος πυρήνας που θα μου επέτρεπε να πω Εγώ;

Στις διαφορετικές καταστάσεις είμαι απλώς συγγενής με εμένα, δεν υπάρχει τίποτα που να μένει ταυτόσημο στην πορεία του χρόνου. Το "Εγώ" λοιπόν είναι μια κοινωνική -αναγκαία- κατασκευή, η οποία βασίζεται στη μορφή της ζωής μας. Πάντως ο Wittgenstein το ήξερε αυτό ήδη από τα ημερολόγιά του, από το 1913 και μετά.

Τάσος Ζήσης, Μάρτιος 2015

 

© 2014 Συστημικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης